Παρουσίαση της Ατζέντας 2024 στην Νομική Σχολή Αθηνών από το Ταμείο Αλληλεγγύης φυλακισμένων και διωκόμενων αγωνιστ(ρι)ών

Κούνεβα-Μετεξεγερσιακό κλίμα-Ταξικά αντανακλαστικά-Πολλαπλασιασμός Καταλήψεων

Ταμείο: Η καταγραφή της ιστορίας ήταν ανέκαθεν μια δύσκολη υπόθεση. Πόσο μάλλον η καταγραφή της κινηματικής ιστορίας ενός τόπου και μιας εποχής. Το δυσκολότερο σε αυτό το έργο είναι πρωτίστως το γεγονός ότι συνήθως αναλαμβάνεται από προσωπικότητες του ακαδημαϊκού χώρου, αμφίβολης όμως ηθικής και πολιτικής καταβολής. Έτσι, η ακριβής αναπαράσταση των γεγονότων και του πνεύματος μιας εποχής επαφίεται πιο πολύ στους ανθρώπους που είναι σάρκα από τη σάρκα των κινημάτων. Αυτό βέβαια έχει άλλες δυσκολίες γιατί απαιτεί μια συναισθηματική και πολιτική αποστασιοποίηση, ώστε να αποφευχθεί η μεροληψία και η προκατάληψη. Το Ταμείο Αλληλεγγύης φυλακισμένων και διωκόμενων αγωνιστ(ρι)ών, πιστό στην παράδοση καταγραφής της εγχώριας κινηματικής ιστορίας στην ετήσια έκδοση της ατζέντας του, επιχειρεί φέτος το δυσκολότατο έργο της καταγραφής μιας πολύ κρίσιμης τετραετίας της ιστορίας του ριζοσπαστικού επαναστατικού κινήματος, στη μεταπολιτευτική εποχή της ελληνικής δημοκρατίας. (2009-2012) Όσον αφορά τα χρόνια 2009-2012, προφανώς, τα συμπεράσματα θα είναι διαφορετικά αν η μελέτη γίνει πιο μακροσκοπική, εξετάζοντας αυτήν την ιστορική περίοδο ενταγμένη στο πλαίσιο μιας δεκαετίας κοινωνικών αγώνων από το 2008-2018. Το ίδιο αν επέλεγε κάποια να την εντάξει στην εικοσαετία 2002-2022 για να μελετήσει ενδεχομένως τον κοινωνικό ανταγωνισμό στα 20 χρόνια από την έναρξη της ελληνικής εκδοχής του πολέμου κατά της τρομοκρατίας. Πέρα από την τεράστια έρευνα πρωτογενούς και δευτερογενούς υλικού που κάτι τέτοιο θα απαιτούσε, θα μιλούσαμε για έναν ολόκληρο τόμο και όχι για μια μικρή ημερολογιακή ατζέντα όπως αυτή. Γιατί, λοιπόν, αυτή η τετραετία; Επιλέξαμε να κεντροβαρίσουμε στα τέσσερα χρόνια που ακολούθησαν το 2008, κρίνοντας ότι παρουσιάζουν μια ποιοτική συνεκτική δομή από την άποψη ενός νέου κύκλου πολιτικών εξελίξεων, της οποίας το 2009 υπήρξε ένα εκρηκτικό προοίμιο. Η τετραετία 2009-2012 εκτυλίσσεται στον απόηχο της μεγαλύτερης βίαιης κοινωνικής έκρηξης στη διάρκεια της μεταπολίτευσης, με αφορμή τη δολοφονία του αναρχικού μαθητή Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, τον Δεκέμβρη του 2008, κι ενώ η χώρα έχει αρχίσει ήδη να βουλιάζει στις πρώτες δίνες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που ξέσπασε το Σεπτέμβρη του 2008, με την κατάρρευση του 4ου μεγαλύτερου χρηματοπιστωτικού κολοσσού των ΗΠΑ. Αυτές οι δύο ιδιαιτερότητες θα αποτελέσουν μια ωρολογιακή βόμβα για το, ούτως ή άλλως, εύθραυστο κλίμα εκείνης της εποχής, με αποτέλεσμα ο κοινωνικός ανταγωνισμός να εκτοξευθεί σε πρωτόγνωρα επίπεδα μέσα από έναν πραγματικό αρμαγεδώνα εξελίξεων.

Η όξυνση του κοινωνικού ανταγωνισμού μετά την εξέγερση, επεκτείνεται σε όλα τα μέτωπα σαν εστία φωτιάς που εξαπλώνεται ραγδαία. Το αναρχικό/αντιεξουσιαστικό κίνημα τροφοδοτείται διαρκώς από νέες γενιές ριζοσπαστικοποιημένων νεολαίων που είτε έχουν “ψηθεί” στο Δεκέμβρη του 2008, είτε έχουν ζήσει τον απόηχο του με αποτέλεσμα μια άνθιση ομάδων, συλλογικοποιήσεων, στεκιών, καταλήψεων στα περισσότερα αστικά κέντρα και τις περιφέρειες τους. Ο πολλαπλασιασμός των καταλήψεων -συμβολικών και μη- σε όλη την επικράτεια θα συνοδευτεί από ένα πλήθος δραστηριοτήτων. Πολλές δράσεις, αλλά και συγκεντρώσεις κεντρικού πολιτικού χαρακτήρα, οφείλονται σε αυτό το νέο διάχυτο δίκτυο καταλήψεων που ριζώνουν σε κάθε σημείο. Μέσα σε αυτά τα τέσσερα χρόνια τουλάχιστον 28 καταλήψεις -με 12 από αυτές μέσα στο 2009- θα επιδιώξουν να έχουν συνέχεια μέσα στο χρόνο και να καταστούν κέντρα αγώνα.

Για όλα αυτά, για το κλίμα της εποχής και για το πώς βίωσαν τα γεγονότα από τη δική τους πλευρά, θα μας μιλήσουν σύντροφοι που συμμετείχαν σε αυτά.

Δήμος Β.: Στις αρχές του 2009 η εξέγερση του Δεκέμβρη συνεχίζει να επηρεάζει και να καθορίζει τις πολιτικές εξελίξεις. Η επίθεση στην γυναίκα, εργάτρια, μετανάστρια, Κ. Κούνεβα γίνεται αντιληπτή από το κίνημα ως επίθεση σε όλες και όλους μας και ως τέτοια απαντιέται. Ο αναρχικός χώρος έχει δυναμική, αντανακλαστικά, μαζικότητα, εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του και τα καύσιμα του Δεκέμβρη για να δοθούν οι απαντήσεις απέναντι στα αφεντικά. Όταν λέμε αφεντικά, τύπου Οικονομάκη, εννοούμε μια μαφία η οποία έχει πάρει εργολαβίες καθαρισμού από νοσοκομεία μέχρι ΗΣΑΠ. Εμπλέκεται σε εκμετάλλευση τόσο ντόπιων όσο και μεταναστών. Εμπλέκεται σε “νόμιμο” και παράνομο επίπεδο με διάφορα πράγματα που αποφέρουν τεράστια χρηματικά ποσά, εκμεταλλευόμενος ανθρώπους. Δεν είναι μόνο η ΟΙΚΟΜΕΤ, είναι μια πληθώρα εργολαβικών επιχειρήσεων που νοικιάζουν εργαζόμενους που στην ουσία δουλεύουν ως δούλοι και οι τύπου Οικονομάκη εισπράττουν κέρδη επειδή έχουν διασυνδέσεις μέσα στον κρατικό μηχανισμό. Η Κούνεβα δέχεται την επίθεση στις 22 Δεκέμβρη και η πρώτη απάντηση δίνεται άμεσα μετά από λίγες μέρες, με πορεία στο “μιλητό”. Επιτίθεται στα γραφεία της ΟΙΚΟΜΕΤ που τα φυλάνε μπάτσοι. Οι μπάτσοι σαστίζουν. Υπάρχουν μάχες σώμα με σώμα, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν αρκετοί μπάτσοι, να χάσουν εξοπλισμό, μέχρι να έρθουν χακί διμοιρίες για να τους προστατέψουν. Παράλληλα, στα Πετράλωνα που συνέβη το γεγονός, με βάση την συνέλευση που είχε καλεστεί μέσα στην εξέγερση, τη συνέλευση κατοίκων που διοργανώνει διάφορες δράσεις, διοργανώνεται η πρώτη πορεία στις 3 Γενάρη. Συγκεντρώνει πλήθος κόσμου και στην ουσία θα μπορούσαμε να πούμε ότι πλημμυρίζουν οι στενοί δρόμοι της γειτονιάς από πάρα πολύ κόσμο. Υπάρχει μια πληθώρα δράσεων, ο κόσμος αντιλαμβάνεται ότι όχι μόνο τον αφορά, αλλά ότι πρέπει να απαντήσει στην επίθεση των αφεντικών, όπως απάντησε και μετά τις 6 Δεκέμβρη, οπότε αντιλαμβάνεται το μέγεθος του γεγονότος και ότι δεν πρέπει να αφεθεί. Διοργανώνονται λοιπόν δράσεις σε διάφορα επίπεδα. Είτε τοπικά, όσο αφορά τις γειτονιές των Πετραλώνων, του Θησείου και του Κουκακίου, όπου υπάρχει συνέλευση κατοίκων και διοργανώνει από μικροφωνικές, παρεμβάσεις, καταλήψεις, σταθμούς ΗΣΑΠ, σαμποτάζ σε ακυρωτικά μηχανήματα, σε κάμερες, εκφράζοντας έτσι την αλληλεγγύη στην αγωνίστρια συνδικαλίστρια γυναίκα Κωνσταντίνα Κούνεβα. Έρχεται και σε επαφή, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος, με το σωματείο των καθαριστριών, το οποίο ως εκείνη την στιγμή, βιώνει μια πολύ μεγάλη πίεση από τα αφεντικά, αλλά και μια απομόνωση, και αδυνατούν να καταλάβουν οι εργάτριες στην αρχή ότι υπάρχει κόσμος που ενδιαφέρεται για αυτές, που ενδιαφέρεται να σταθεί δίπλα τους και να απαντήσει μαζί τους στην επίθεση που δέχονται. Χαρακτηριστικό είναι όταν κόσμος πήγε στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν η Κωνσταντίνα Κούνεβα, στην αρχή συναδέλφισσες της δεν καταλάβαιναν αν έχουμε πάει για να συμπαρασταθούμε ή αν είμαστε μπράβοι βαλτοί του Οικονομάκη και πάμε να τις βρίσουμε. Γιατί πέρα από τους μπράβους και τις επιθέσεις, έπαιζε και ένα κλίμα ότι έβαζε διάφορους άλλους προνομιούχους εργαζόμενους να τις βρίζουν, να λένε “τι κάνετε τώρα, μας χαλάτε την δουλειά, θα μας απολύσουν” και τα σχετικά. Δηλαδή, η επίθεση που δέχονταν ήταν σε πολλά επίπεδα. Υπάρχει λοιπόν σε ένα τοπικό επίπεδο η συνέλευση κατοίκων, υπάρχει ανοιχτή συνέλευση και στο κέντρο, “Αλληλεγγύη στην Κωνσταντίνα Κούνεβα”, που διοργανώνει και καλεί συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, συζητιούνται διάφορα πράγματα. Υπάρχει το σωματείο και μέσα σε αυτό διάφορες συλλογικότητες, συνελεύσεις γειτονιάς, στέκια, καταλήψεις, συμμετέχουν αναρχικές ομάδες, συμμετέχουν στον αγώνα σαν ένα ακόμη σημείο της εξέγερσης του Δεκέμβρη. Να πω ότι τα γραφεία της ΟΙΚΟΜΕΤ αδειάσανε σε σύντομο χρονικό διάστημα, δυστυχώς. Κανονιζόταν και δεύτερο πέσιμο στα γραφείο, αλλά μαθεύτηκε ότι θα δεχόντουσαν επίθεση και το αδειάσανε το προηγούμενο βράδυ. Την ίδια τύχη δε, είχανε άλλες εργολαβικές εταιρείες όπως, ας πούμε, στο Κερατσίνι παράρτημα της ΟΙΚΟΜΕΤ, η οποία την ώρα που ετοιμαζόταν να αλλάξει τα παράθυρα της έδρας της και να βάλει άθραυστα, δέχτηκε επίθεση και σπάστηκαν τα γραφεία, όπως και τα τζάμια που ήταν αραδιασμένα έξω. Τα άθραυστα που θα μπαίνανε σε λίγο, άρα ο κόσμος είχε διπλή τύχη. Γίνανε πάρα πολλές επιθέσεις σε εργολαβικές εταιρείες, γίνανε πάρα πολλά σαμποτάζ σε σταθμούς, όπου σπάζονταν τα ακυρωτικά, είτε καταλήψεις σε σταθμούς και περνούσε ο κόσμος χωρίς να χτυπάει εισιτήριο. Αυτές οι κινήσεις δεν γίνανε πρώτη φορά. Είχαν γίνει και τον Δεκέμβρη κάποιες κινήσεις, αλλά εγκολπώθηκαν από τον κόσμο σε ένδειξη αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα, στης οποίας το πρόσωπο συγκεντρώνονταν τρία πράγματα, ήταν γυναίκα, ήταν συνδικαλίστρια, ήταν εργάτρια, δεχόταν δηλαδή τριπλή καταπίεση. Οι κινήσεις που έγιναν ήταν πάρα πολλές. Έγινε, επίσης, μια μεγάλη κεντρική συνέλευση στο Πάντειο, που συμμετείχαν διάφορες συνελεύσεις γειτονιάς, όσες υπήρχαν τότε συλλογικότητες, η ανοιχτή/κεντρική συνέλευση για την Κωνσταντίνα Κούνεβα, όπου ανταλλάχθηκαν απόψεις και επιχειρήθηκε να βρεθεί ένας κοινός βηματισμός όσον αφορά τις κινήσεις αλληλεγγύης. Να ξεκαθαρίσουμε ότι η Κωνσταντίνα Κούνεβα εκείνη την περίοδο ήταν μόνο συνδικαλίστρια. Δεν είχε κάποια σχέση με κάποιο κομματικό χώρο, όπως έγινε αρκετά χρόνια μετά, είτε ας πούμε στο ΣΥΡΙΖΑ είτε μέσω του ΚΚΕ. Ήταν μια συνδικαλίστρια η οποία αποφάσισε, μαζί με τις συναδέλφισσες της, ότι θα αντισταθούν σε αυτό το σύστημα εργολαβιών και στην ουσία το δουλικό σύστημα που εφάρμοζαν και εφαρμόζουν οι εργολαβικές εταιρείες.

Κώστας Φ.: Απλά να υπενθυμίσω εγώ από την πλευρά μου ότι, ουσιαστικά η ΠΕΚΟΠ, που ήταν το συνδικάτο των καθαριστριών, ήταν ένα ελεγχόμενο κάπως από το ΠΑΣΟΚ σωματείο το οποίο επειδή ξεκίνησε όντως ενάντια στις εργολαβικές εταιρείες έναν αγώνα, και επειδή οι εργολαβικές ήταν και αυτές ελεγχόμενες με έναν τρόπο από το ΠΑΣΟΚ, προσπάθησαν να βρουν χώρο στην κατάληψη της ΓΣΣΕ. Επειδή μιλάμε για το μετα-δεκεμβριανό, η πρόεδρος τότε της ΠΕΚΟΠ και η Κωνσταντίνα η Κούνεβα είχαν έρθει στην πρώτη μεγάλη συνέλευση της κατειλημμένης ΓΣΕΕ που είχε καμιά 800αριά άτομα εκεί μέσα και είχαν παρακολουθήσει. Προφανώς δεν σχετίζεται με αυτό, δεν υπονοώ κάτι τέτοιο, αλλά θέλω να πω ότι υπήρχαν τότε ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας που δημιουργούνταν μέσα από αυτό. Και μέσα σε όλα αυτά που έχεις πει νομίζω αξίζει και μια αναφορά σε μια αρκετά μεγάλη πορεία που διοργανώθηκε από αυτόν τον κόσμο και στο κέντρο της Αθήνας. Είχε καμιά 10αριά χιλιάδες κόσμο και κατέληξε στο υπουργείο Εργασίας, όπου έγιναν επιθέσεις/συγκρούσεις με την αστυνομία κι έφτασε μέχρι το Γκάζι μετά.

Δήμος Β.: Ναι ήταν μια αρκετά μεγάλη πορεία που ξεκίνησε από τα Προπύλαια. Στο υπουργείο Εργασίας ξέσπασαν οι πρώτες συγκρούσεις και με δυνάμεις καταστολής και συνεχίστηκαν μέχρι το Γκάζι σπασίματα σε κυριλέ μαγαζιά, όπως το Βαρούλκο και προστριβές με μπράβους. Σπάστηκαν και τα ακυρωτικά στο μετρό στο Γκάζι. Όπως είπα έγιναν διάφορες πορείες, είτε σε τοπικό επίπεδο στα Πετράλωνα, στο Κουκάκι, είτε σε κεντρικό όπως αυτή. Στον Πειραιά επίσης, πέρα από το πέσιμο στην ΟΙΚΟΜΕΤ, έγινε και άλλη μια πορεία στις 31 Γενάρη υπό βροχή, όπου 500 άτομα πορεύτηκαν,υπό ασφυκτική πίεση των μπάτσων. Να πω ένα ακόμη χαρακτηριστικό, σε μια από τις συνελεύσεις που έγιναν στην πλατεία Μερκούρη, βρέθηκε κρυφή κάμερα. Είχε πάει τύπος του Τριανταφυλλόπουλου και είχε στήσει κάμερα σε μια ταράτσα πάνω από ένα καφέ για να βιντεοσκοπήσει την συνέλευση αλληλεγγύης στην Κούνεβα. Όταν το πήρε χαμπάρι ο κόσμος, κατασχέθηκε όλος ο εξοπλισμός του και η ταυτότητα του και ο τύπος έφυγε κακήν κακώς. Κάπως αυτά θα έλεγα και πως υπήρχε ένας συνδυασμός, δηλαδή ένα σύνολο πραγμάτων, από συνελεύσεις, μικροφωνικές, συγκεντρώσεις, πορείες, επιθέσεις σε εργολαβικές εταιρείες, σαμποτάζ σε ακυρωτικά, καταλήψεις σε σταθμούς κατά τη διάρκεια των οποίων δεν λειτουργούσαν τα ακυρωτικά, καταλαμβανόταν το κέντρο του σταθμού και διαβάζονταν τα κείμενα αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα.

Κώστας Φ.: Κατάληψη στα κεντρικά γραφεία του ΗΣΑΠ, δύο τρείς μέρες μετά το γεγονός, ξανά πάλι νομίζω στις αρχές Μάρτη για να διεκδικηθεί μια συλλογική σύμβαση καινούρια και να καταργηθεί αυτή που ήδη υπήρχε, τα οποία στέφθηκαν και με μερική επιτυχία, απλά μετά διέσπασαν σιγά σιγά το κίνημα, δηλαδή διέσπασαν και τις ίδιες τις καθαρίστριες, αλλά αυτό είναι μια μεγάλη κουβέντα.

Δήμος Β.: Επειδή κάπου δείχθηκε και η αφίσα πριν, μπορούμε να πούμε ότι κλείνει κάπως αυτός ο αγώνας γύρω στα τέλη Μαΐου, αρχές Ιουνίου, με μια έκδοση που έκανε η συνέλευση αλληλεγγύης στην Κωνσταντίνα Κούνεβα. Περιλάμβανε δράσεις, κείμενα, κλπ. Πραγματοποιήθηκε και ένα διήμερο αλληλεγγύης στις 23-24 Μαΐου, από την λαϊκή συνέλευση Πετραλώνων-Θησείου-Κουκακίου, στην κατάληψη πρώην ΠΙΚΠΑ και στην Πλ. Μερκούρη και συμμετείχε και η ανοιχτή συνέλευση που τοποθετήθηκε. Και κάπως μπορούμε να πούμε ότι κλείνει μια περίοδος. Αυτές όλες οι κινήσεις δεν θα ήταν επουδενί το ίδιο αν δεν είχε προηγηθεί η εξέγερση και αν δεν είχε προηγηθεί ο Δεκέμβρης, όπου διάφορος κόσμος που ήθελε να αντισταθεί, πίστεψε στις δυνάμεις του, πίστεψε ότι μπορεί να αλλάξουν τα πράγματα. Διάφορος κόσμος που έβλεπε αυτό που θα ερχόταν τα επόμενα χρόνια, αλλά ακόμη δεν το βιώναμε στην καθημερινότητα πέρα από ψήγματα. Πίστεψε ότι μέσα από συλλογικά εγχειρήματα, αδιαμεσολάβητα εγχειρήματα που ξεπετάχτηκαν μέσα από την εξέγερση του Δεκέμβρη και τα οποία, ανεξάρτητα από την σύνθεση τους, καθότι συμμετείχε διάφορος κόσμος και όχι μόνο αναρχικός, πρόταξαν όλα αυτά που τα προηγούμενα χρόνια σαν αναρχικοί βγάζαμε μπροστά. Κόσμος που μέσα από συλλογικές, αντιιεραρχικές και αυτοοργανωμένες διαδικασίες, θεώρησε ότι αυτός είναι ο τρόπος για να αντισταθεί σε αυτό που ερχόταν και αυτός είναι ο τρόπος να πάρει την ζωή στα χέρια του και να παλέψει. Προτάγματα τα οποία πριν τον Δεκέμβρη τα λέγαμε μόνο οι αναρχικοί και τα είδαμε μέσα στον Δεκέμβρη να γίνονται κτήμα πολλών ανθρώπων, ακόμη και ενστικτωδώς. Να τα κάνουνε πράξη και να ξεπερνάνε λογικές ανάθεσης, οι οποίες υπήρχαν ως τότε. Λογικές κοινοβουλευτικής ανάθεσης, οι οποίες για ένα πολύ μεγάλο διάστημα θα μπορούσαμε να πούμε σίγουρα μέχρι και το ’13, χαρακτήριζαν όλες τις μεγάλες κινήσεις αντίστασης, όλες τις κινηματικές δράσεις. Αντιστάσεις οι οποίες κατάφεραν να καμφθούν μέσα από μια πολύ σκληρή καταστολή που επήλθε μετά το ’12 και να δώσουν χώρο στην ανάδειξη του μορφώματος του ΣΥΡΙΖΑ, όπου ξαναέφερε λογικές ‘μικρότερου κακού’ και διαφόρων ψευτοδιλημμάτων. Εκείνες όμως τις μέρες του ‘09, όλοι και όλες θεωρούσαν ότι μέσα από συλλογικές διαδικασίες και μόνοι μας, χωρίς κάποιον, ας πούμε θεσμικό παράγοντα, μπορούμε να καταφέρουμε τα πάντα. Μέσα σε αυτό το κλίμα, όλη αυτή η διάθεση βρήκε τόπο να εδαφικοποιηθεί σε καταλήψεις, είτε σε στέκια γειτονιάς, είτε σε πάρκα, δημόσιους χώρους κλπ. Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα στο ‘09 γίνονται αρκετές καταλήψεις, ανοίγουνε στέκια, φτιάχνονται συλλογικότητες, είτε ας πούμε ξαναπαίρνουν τα πάνω τους συλλογικές διαδικασίες που είχανε πάει προς τα πίσω. Από τις πρώτες καταλήψεις που γίνονται είναι της Σκαραμαγκά και της κατάληψης πρώην ΠΙΚΠΑ. Ακολούθησαν και άλλες τα υπόλοιπα χρόνια, όπως ακολούθησαν και τα ανοίγματα διαφόρων κοινωνικών χώρων και στεκιών σε διάφορες γειτονιές. Η κατεύθυνση που θέλει τους αναρχικούς να διασπείρουν τις δράσεις τους και να εδαφικοποιούνται στις γειτονιές, δεν ξεκίνησε ούτε ακριβώς τον Δεκέμβρη, ούτε μετά. Είχε ξεκινήσει από πριν, μέσα από διάφορες συλλογικότητες που λειτουργούσαν και δραστηριοποιούνταν στις γειτονιές της Αθήνας και όχι μόνο, και στη Θεσσαλονίκη και αλλού. Ο Δεκέμβρης έδωσε ώθηση σε αυτήν την κίνηση και το αποτέλεσμα μετά ήταν να ξαναδημιουργηθούν και να δραστηριοποιθούν διάφορες συλλογικότητες με την μορφή των λαϊκών συνελεύσεων που συμμετείχε πάρα πολύς κόσμος. Δηλαδή, συνελεύσεις σε πλατείες ή σε κατειλημμένα κτήρια τα οποία αριθμούσανε 100-200 άτομα, αλλά και να καταληφθούν χώροι για να στεγαστούν οι δράσεις. Ενδεικτικά είπα την κατάληψη Σκαραμαγκά, η οποία ήταν γέννημα της κατάληψης της ΑΣΣΟΕ και η κατάληψη του πρώην ΠΙΚΠΑ που είναι μια μίξη της συνέλευσης των γιατρών που υπήρχε στην ΑΣΣΟΕ κατά τις μέρες της εξέγερσης και της λαϊκής συνέλευσης Πετραλώνων-Θησείου-Κουκακίου, όπου μαζί καταλαμβάνουν το πρώην ΠΙΚΠΑ τον Απρίλη. Παράλληλα υπάρχει μια κίνηση προς τα έξω, και όταν λέω προς τα έξω, μια κίνηση του κόσμου που ενδιαφέρεται για τα κοινά. Διάφορα πράγματα που καλούνται πλαισιώνονται από πάρα πολύ κόσμο μπορώ να πω, ας πούμε το πάρκο Κύπρου και Πατησίων, όπου στην αρχή της χρονιάς επιχειρείται να γίνει πάρκινγκ, να διαλυθεί, να καταστραφεί και να φτιαχτεί πάρκινγκ, όπου πάρα πολύς κόσμος το υπερασπίζεται και ξεσπούν συγκρούσεις. Το πάρκο Ναυαρίνου, όπου καταλαμβάνεται και από πάρκινγκ γίνεται πάρκο, ενάντια στα σχέδια του Τεχνικού Επιμελητηρίου. Κινήματα και πάρκα που υπάρχουν μέχρι τώρα. Δυστυχώς, η Σκαραμαγκά παίρνεται πίσω σαν απάντηση στην ανακατάληψη της Βίλα Αμαλίας, κάποια χρόνια μετά. Το πρώην ΠΙΚΠΑ συνεχίζει μέχρι τις μέρες (να χτυπήσω ξύλο) να υπάρχει σαν κατάληψη και στεγάζει την ανοιχτή συνέλευση Πετραλώνων-Θησείου-Κουκακίου και τον Κοινωνικό Χώρο για την Υγεία. Υπάρχει ένα κλίμα, όχι απλώς να διαχυθούμε στις γειτονιές, αλλά στις γειτονιές βρίσκουν έδαφος όλα αυτά που λέγαμε τόσα χρόνια. Διαδικασίες συλλογικές που πλαισιώνονται από κόσμο, που καθετί αποτελεί αφορμή για να αντιπαρατεθείς με το κράτος και το κεφάλαιο, σε απλά πράγματα. Από μια πώληση μέχρι ας πούμε, μετέπειτα, το χαράτσι της ΔΕΗ. Υπάρχει ένα συνολικό κλίμα όπου μεγάλη μερίδα κόσμου αποφασίζει ότι “θα πάρω την ζωή στα χέρια μου και θα ασχοληθώ με ότι με αφορά”. Από το πάρκο της γειτονιάς μέχρι το τι συμβαίνει στα εργασιακά μέσα από αδιαμεσολάβητες διαδικασίες με ένα εξεγερτικό πνεύμα που υπάρχει εκείνες τις μέρες. Ένα κυρίαρχο ρεύμα ότι μπορούμε να αλλάξουμε την κατάσταση χωρίς να περιμένουμε κάτι από κόμματα, τους από τα πάνω, το κοινοβούλιο. Αλλά εμείς οι ίδιοι αν συναντηθούμε με την διπλανή μας και το διπλανό μας, σε μια πλατεία, σε ένα κατειλημμένο κέντρο, σε έναν κοινωνικό χώρο, μπορούμε να συζητήσουμε και να αποφασίσουμε για μια αύξηση στο σούπερ-μάρκετ, για μια απόλυση, για να υπερασπιστούμε το πάρκο, για να υπερασπιστούμε την ίδια μας την ζωή. Είναι αυτό που λέμε ότι ο κόσμος πίστευε στις δυνάμεις του, πίστευε ότι μπορεί στεκόμενη η μία δίπλα στον άλλον να ανατρέψει την κατάσταση, να παλέψει, ας πούμε, για έναν άλλον κόσμο και αυτό να είναι εφικτό. Κάπου εδώ να βάλω ένα φρένο και να περάσουμε στον Κώστα, εκτός αν θέλετε να κάνετε κάποιες ερωτήσεις, είναι πάρα πολλά τα γεγονότα. Γιατί όλο αυτό το κλίμα μετά την 5η Μάη, πυροδοτεί τις πλατείες, αλλά δεν θα αναφερθώ εγώ σε αυτά.

Ο κύκλος των αντι-μνημονιακών αγώνων

Ταμείο: Η διετία 2010-2012 έχει την ιδιαιτερότητα να συμπυκνώνει την σφοδρή κοινωνική σύγκρουση που διεξήχθη με επίδικο την έκφραση αντίστασης στη βίαιη δημοσιονομική προσαρμογή της χώρας προκειμένου να μπορεί να δανείζεται με βαρύ τοκισμό, ώστε να αποφύγει την χρεωκοπία. Η απειλή της χρεωκοπίας και η υπαγωγή της χώρας σε καθεστώς δανεισμού με επονείδιστους όρους, σηματοδοτεί μια αλλαγή του μέσου βιοτικού επιπέδου, όπως τον γνώριζαν οι πολίτες ως τότε. Μειώσεις μισθών και συντάξεων, κατάργηση επιδομάτων, αυξήσεις τιμών, φόρων και συνολικού κόστους, την ίδια στιγμή που όλες οι δημόσιες υποδομές, η μία μετά την άλλη περνάνε στα χέρια ιδιωτών, ντόπιων ή μη, με την συνακόλουθη υποβάθμιση τους και την υπερχρέωση υπηρεσιών που μέχρι πρότινος μπορεί να συνιστούσαν ελεύθερες παροχές. Και όλα αυτά θα οδηγήσουν σε ακραία φτωχοποίηση. Η αγανάκτηση απέναντι σε ένα πολιτικό προσωπικό, που ενώ για δεκαετίες λεηλατούσε όλους τους πόρους δημόσιων κεφαλαίων, ζητούσε τώρα με θράσος τον λογαριασμό από τους πολίτες, κατεβάζει τον κόσμο στον δρόμο, πολλές φορές άτακτα, αυθόρμητα και ανοργάνωτα, γεγονός που έδειχνε ότι οδεύουμε σε κάτι το ανεξέλεγκτο και το απρόβλεπτο. Η συμμετοχή στις συγκεντρώσεις και τις διαμαρτυρίες που θα ακολουθήσουν θα είναι άνευ προηγουμένου μαζική στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Είναι σαφές ότι συντελείται μια μείζονα μεταβολή του πολιτικού και του οικονομικού status quo στην χώρα και ότι οι συνέπειες αφορούν πολλές και διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες και τάξεις. Για όλα αυτά, για το κλίμα της εποχής και πως βίωσε τα γεγονότα από την δική του πλευρά, θα μας μιλήσει ο σύντροφος Κώστας.

Κώστας Φ.: Γεια χαρά, έχω λίγο ένα χάος στο κεφάλι μου για το πως ακριβώς θα διαχειριστώ αυτήν την τοποθέτηση. Σίγουρα θα πω κάποια πράγματα ιστορικά, σίγουρα θα αναφερθώ και σε κάποια από τα πράγματα που γράφονται στην εισαγωγή της φετινής ατζέντας, την οποία ελπίζω ο κόσμος να την διαβάζει και να μην περιμένει μόνο να δει την ταινία εδώ πέρα. Είναι αρκετά καλό, ένα κείμενο το οποίο είναι πάρα πολύ περιεκτικό και υπό προϋποθέσεις μπορεί να ανοίξει και πολύ καλή πολιτική κουβέντα. Η προϋπόθεση είναι να γίνει αυτή η κουβέντα, δηλαδή, αυτό εννοώ. Νομίζω θα ξεκινήσω από λιγάκι πιο πίσω για να πω κάτι στο οποίο αναφέρθηκε ο Δήμος, αλλά θα πιάσω από εκεί το νήμα για αυτό που λέγεται σαν αντιμνημονιακό κομμάτι. Θα αναφερθώ και στο τι ήταν τελικά το αντιμνημόνιο, ή πως έχει καταλήξει να συζητιέται ως τέτοιο αυτό το κίνημα. Αυτό έχει να κάνει με τα σωματεία -προφανώς βάζω και την δική μου ιστορικότητα εδώ πέρα- τα οποία είχανε ξεκινήσει ήδη ως η ΣΒΕΟΔ, το ΣΣΜ, από το 2006 να παρεμβαίνουν και σαν εργατικές ομάδες σε χώρους εργασίας. Δεν θα κάνω τώρα μια αρχαιολογία πάνω σε αυτά, απλά θα πιάσω το νήμα από εκεί πέρα για να πω ότι, επειδή θα ξεκινήσω να μιλάω για το 2010-2012, ότι ήδη γινόταν ένας αγώνας εκεί μέσα στον οποίο συντονιζόμασταν. Ο ίδιος κόσμος συμμετείχε και στο κίνημα για την Κωνσταντίνα Κούνεβα, είχε πρωτεύοντα λόγο στις συνελεύσεις, στην πρωτοβουλία αλληλεγγύης, αλλά και στον συντονισμό των σωματείων που γινόταν τότε και των αριστερών σωματείων. Όλος αυτός ο κόσμος μετα-δεκεμβριανά γενικά ήταν πάρα πολύ δραστήριος ενόψει του τι ακολούθησε το κάθε σωματείο, άσχετα από την ιδεολογική του προέλευση, στον χώρο στον οποίο παρέμβαινε. Είχε δημιουργήσει κάπως και ένα χαλί πάνω στο οποίο ήρθε να πατήσει και το κίνημα μετά. Θα πάω λίγο μπρος-πίσω χρονικά πάνω σε αυτό, για να πω ένα παράδειγμα αυτού στις αρχές του 2010: ήταν τα γεγονότα στο ‘Viavai’ (καφέ στην Βουκουρεστίου) όπου σε μια παρέμβαση στην οποία είχαμε βρεθεί για να βοηθήσουμε να πάρει μια εργαζόμενη τα δεδουλευμένα της, ο εργοδότης μας έδειξε πιστόλι για να μας απειλήσει. Κατόπιν αυτό κατέληξε σε κάποιες εκατέρωθεν μηνύσεις και ο εργοδότης έβαλε κάποιους μπράβους να χτυπήσουν την κοπέλα, ενώ επέστρεφε στο σπίτι της. Την επόμενη μέρα μαζευτήκαμε 100-200 άνθρωποι, γεμίσαμε το μαγαζί και το αφισοκολλήσαμε. Έπειτα καλέσαμε μια πορεία η οποία είχε πάρα πάρα πολύ κόσμο και κατευθύνθηκε προς το μαγαζί, Βασικά σπάστηκαν και τα τρία μαγαζιά στο κέντρο που είχε ο ίδιος εργοδότης με την ίδια επωνυμία. Το λέω αυτό σε έναν βαθμό γιατί ήταν Τρίτη αυτή η πορεία, και ήδη Τρίτη είχαν ξεκινήσει κάποιες επαναλαμβανόμενες πορείες που καλούσαν οι αριστεροί, προσπαθώντας να χτίσουν κάπως το πεδίο προς αυτό. Να πιέσουν την ΓΣΕΕ από την πλευρά τους για να γίνουν κάποιες κινήσεις ενόψει αυτού που φαινόταν, του επερχόμενου μνημονίου. Το 2010 έγινε επίσης μια πορεία στις αρχές Μάρτη που έφαγε το ξύλο ο Παναγόπουλος, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, όπου σε μια απεργιακή πορεία είχε δεχτεί ένα μέρος της αντιβίας του κόσμου. Λίγες μέρες μετά, νομίζω ήταν την επόμενη ή την μεθεπόμενη της συμπλοκής στην Δάφνη που σκοτώθηκε ο Λάμπρος, είχαν καλέσει πάλι πορεία στην οποία τους προστάτευσαν τα ΜΑΤ, επειδή τους επιτέθηκε ο κόσμος και ταυτόχρονα είχαν γίνει συγκρούσεις και λόγω του γεγονότος της προηγούμενης μέρας. Σιγά σιγά, όλο αυτό το πράγμα έχτισε ένα κλίμα το οποίο οδήγησε στην 5η Μάη. Η 5η Μάη τώρα, μεγάλη υπόθεση να ξεκινήσουμε να την λέμε. Υπήρχε πάρα πάρα πολύς κόσμος στον δρόμο. Ο καθένας νομίζω μπορεί να πει μια ιστορία δική του από εκείνη την μέρα ανάλογα στο ποιο σημείο της πορείας είχε βρεθεί. Εγώ αυτό που θυμάμαι περισσότερο ήταν καταρχήν το χτίσιμο προς την 5η Μάη. Θυμάμαι κιόλας την Πρωτομαγιά είχαμε κάνει μια πολύ μεγάλη πορεία τα σωματεία, η οποία ξεκίνησε από την πλατεία Βικτωρίας και πήγε στο υπουργείο Εργασίας. Εκεί πέρα έγιναν συγκρούσεις με την αστυνομία και στην επιστροφή ενωθήκαμε με το κομμάτι των αναρχικών που είχανε πάει στην πορεία, την παραδοσιακή ας πούμε, όχι την ξεχωριστή εργατική που είχαμε διοργανώσει. Με το που ενωθήκαμε στην Ομόνοια, ήταν η πρώτη επίθεση της ΔΕΛΤΑ με παπάκια,δηλαδή είχε γίνει επίθεση με εκείνα ταDRπου είχαν τον Δεκέμβρη του ’08.Αλλά τέλος πάντων, μας τρέξανε από την Ομόνοια μέχρι περίπου το Πολυτεχνείο, με πάρα πάρα πολύ ξύλο. Ήταν η αρχή μιας νέας συμπεριφοράς της αστυνομίας σε σχέση με τις διαδηλώσεις τότε και νομίζω ότι ήθελε να δώσει και ένα μήνυμα ενόψει της 5ης Μάη. Την 5η Μάη, ο κόσμος ήταν προετοιμασμένος με κάθε τρόπο για να φτάσει μέχρι το Σύνταγμα. Νομίζω ότι ο στόχος τότε ήταν να γίνει μια προσπάθεια να μπούμε μέσα στη στην πραγματικότητα. Όχι από εμάς, δηλαδή όχι μόνο από τον αναρχικό χώρο ή τέλος πάντων τις όμορες δυνάμεις, αλλά και ο απλός κόσμος που είχε έρθει, νομίζω ότι είχε αυτό σαν στόχο. Είναι και αυτή η φωτογραφία της ατζέντας φέτος. Εγώ θυμάμαι ακριβώς στην φωτογραφία εδώ πέρα, όταν ανέβαιναν τα μπλοκ του χώρου, τα οποία τότε ήταν τα μπλοκ των σωματείων, τα μπλοκ των λαϊκών συνελεύσεων, του πάρκου και ούτω καθεξής. Θυμάμαι ότι ήταν ήδη πάνω κόσμος ο οποίος έτρωγε δακρυγόνα, έπαιζε ξύλο με τα χέρια και με το που φτάσαμε, επειδή είχαμε μάσκες και είχαμε πάει τέλος πάντων προετοιμασμένοι, άρχισαν να φωνάζουν ότι “άντε μαλάκες επιτέλους βγάλτε τα μπουκάλια, σας περιμένουμε τόση ώρα”. Υπήρχε, τέλος πάντων, μια τάση από όλον τον κόσμο τον ανένταχτο, μια υπέρμετρη δόση βίας. Είναι γνωστά πάνω κάτω τα γεγονότα των ημερών, ή της ημέρας, δηλαδή ο εμπρησμός της MARFIN, ότι ακολούθησε μετά από αυτό. Εγώ θυμάμαι ότι επειδή συνεχίστηκαν για πάρα πολύ ώρα τα συγκρουσιακά γεγονότα, αργήσαμε πολύ να καταλάβουμε τι συνέβη. Υπήρχαν συγκρούσεις σερί κάτω στην Αμαλίας, στην Συγγρού, μετά όταν γυρίσαμε στα Εξάρχεια. Έγιναν αυτά που περιγράφει μέσα η ατζέντα, θα προσπαθήσω να μην απλωθώ γιατί θα συνεχίσω να μιλάω μέχρι αύριο. Αλλά έπαιξε μια φοβερή κατήφεια και μία συνέλευση στην συνέχεια η οποία είχε διάφορες προβληματικές, δεν θα επεκταθώ όμως σε αυτό, μπορεί να επεκταθεί ίσως άμα θέλει κάποιος μετά και να κάνει μια άλλη τοποθέτηση. Σε κάθε περίπτωση, νομίζω ότι κάπως σαν χώρος εσωτερικεύσαμε πάρα πάρα πολύ το γεγονός αυτό, γιατί προφανώς αισθανόμασταν ότι φέρουμε μια ευθύνη για το γεγονός, άσχετα αν οι άνθρωποι που ήταν εκεί πέρα μέσα ήταν απεργοσπάστες, άσχετα άμα πιέζονταν από τον Βγενόπουλο, άσχετα με το αν δεν είχε έξοδο κινδύνου και ούτω καθεξής, πολλά μπορούμε να πούμε γύρω από αυτό. Αλλά σίγουρα δημιούργησε μια εσωστρέφεια η οποία πολλές φορές στο κοινωνικό κομμάτι παρά έξω, δηλαδή του μη κινηματικού, του μη αναρχικού χώρου, δεν το βίωνε η κοινωνία με τον ίδιο τρόπο. Παρόλα αυτά, πάγωσε σε έναν βαθμό τη βία στον δρόμο. Το κλίμα νομίζω ότι πρέπει να γύρισε σε μια πορεία τον Δεκέμβρη του 2010, όπου έγιναν κάποιες συγκρούσεις και στο τέλος της πορείας ο κόσμος κατευθύνθηκε προς το κτήριο της ΓΣΕΕ με σκοπό να το καταλάβει. Έγιναν πάλι συγκρούσεις με ΔΕΛΤΑ, και νομίζω πως από εκεί ξεκίνησε να μπαίνει πάλι αυτό το “είμαστε στον δρόμο”.

Δήμος Β.: Το 2011 ξεκινάει με κάποιες διαδηλώσεις, υπάρχουν κάποιες κινήσεις όσον αφορά, ας πούμε, την ελεύθερη μετακίνηση στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Υπάρχουν απεργιακές κινητοποιήσεις οι οποίες χτυπιούνται, δέχονται καταστολή αλλά υπάρχει η δολοφονία του Καντάρη που είναι λίγο πιο μετά.

Κώστας Φ.: Στις πορείες που είχαν γίνει τότε, και στα τέλη Γενάρη και τον Φλεβάρη-Μάρτη, οι οποίες δεχόντουσαν επίθεση από την αστυνομία και το μπλόκ που πάντα χτυπιόταν ήταν πάλι αυτό το ίδιο μπλόκ, δηλαδή τα σωματεία, οι συνελεύσεις γειτονιάς, ένα μπλοκ που καλούσε κάποια ανοιχτή συνέλευση ή κουβέντα ή κάτι, και ήμασταν πραγματικά στόχος καταστολής. Δηλαδή μπορεί να είχε πορείες με 50.000 κόσμο και ερχόντουσαν τα ΜΑΤ δεξιά και αριστερά και με την πρώτη ευκαιρία χτυπούσαν αυτό το κομμάτι της διαδήλωσης. Νομίζω τον Μάρτιο του 2011, αν θυμάμαι καλά, αυτό το πράγμα παραλίγο να οδηγήσει σε μια τραγωδία. Όταν χτύπησαν οι μπάτσοι την πορεία τραυματίστηκε πάρα πάρα πολύ σοβαρά ο Γιάννης ο Καυκάς στο κεφάλι, τον χτυπήσανε τα ΜΑΤ με πυροσβεστήρα. Σώθηκε μετά από πολύωρη μάχη των γιατρών στο κρατικό νοσοκομείο στην Νίκαια, στο οποίο τότε κιόλας, για να δώσουμε ένα κλίμα των ημερών, μαζεύτηκε κόσμος κατευθείαν. Οι μπάτσοι είχαν στείλει τον Γιουβανίδη, τον διοικητή του τμήματος της Νίκαιας που ήταν ένας τύπος, ακόμη θα είναι φαντάζομαι, της νύχτας…

Δήμος Β.: Και με διασυνδέσεις στην Χρυσή Αυγή…

Κώστας Φ.: Διάφοροι σύντροφοι και συντρόφισσες που ήρθαν στο νοσοκομείο έχουν περάσει πολύ δύσκολα με αυτόν. Ήρθανε αυτοί εκεί πέρα μέσα με πολύ τουπέ να φέρουν έναν εισαγγελέα για να πάρει καταθέσεις, για να δει τέλος πάντων ποια είναι τα τραύματα, ποιος τον έχει χτυπήσει και διάφορα τέτοια. Εκδιώχθηκαν με πολύ ξύλο από τον κόσμο που βρισκόταν εκεί πέρα, το οποίο είχε και αυτό την αξία του σαν δυναμική απάντηση. Μετά νομίζω ότι μπορούμε να περάσουμε σε αυτό που περισσότερο, πλέον, μπορεί να λέγεται αντιμνημονιακό. Εδώ θα κάνω μια μικρή παρένθεση και θα πω ότι αυτό το αντιμνημονιακό δεν υπήρχε ακριβώς στον λόγο τον δικό μας. Εμείς, συνήθως, μιλούσαμε ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΕΚΤ, το ΔΝΤ, την Τρόικα. Παρότι ψηφίζονταν μνημόνια και λεγόντουσαν έτσι, δεν είχε αυτά τα χαρακτηριστικά για το κίνημα. Κυρίως αυτό το αντιμνημονιακό είναι ένα μετέπειτα κατασκεύασμα το οποίο περιλαμβάνει πολύ και την αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ και την προσπάθεια του να έρθει στην κυβέρνηση και ονομάστηκε έτσι εκ των υστέρων. Δηλαδή, δεν ήταν ο πολιτικός λόγος που βγάζαμε τότε. Ξεκίνησε η ιστορία με τους αγανακτισμένους στην Ισπανία. Οι Ισπανοί, νομίζω ότι έπαιξε με έναν τρόπο και αυτό τον ρόλο του, βγάλανε εκείνα τα γνωστά πλακάτ ότι “Έλληνες κοιμάστε” κλπ. Οπότε μετά από αυτό και με διάφορα καλέσματα μέσω Facebook, μέσω πολιτικών διαδικασιών, έγιναν κάποιες πρώτες συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα και ξεκίνησε αυτό που λέμε η συνέλευση του Συντάγματος. Μια συνεχής παρουσία καθημερινή των αγανακτισμένων στο Σύνταγμα. Θα κάνω άλλη μια μικρή παρένθεση εδώ πέρα για να πω σε σχέση με αυτό το “Έλληνες ξυπνάτε”, ότι όντως υπήρχε, και κάπου το γράφει μέσα η ατζέντα για αυτό τον μανιχαϊστικό λόγο, για την ιδέα ότι κάποια ξένα κέντρα αποφάσισαν να υποδουλώσουν την Ελλάδα. Ίσχυε πάρα πολύ αυτό το πράγμα και το βλέπουμε ακόμη με όλους αυτούς τους ψεκασμένους ανθρώπους που κυκλοφορούν γύρω μας. Αλλά, ταυτόχρονα, αυτός ήταν και ένας λόγος ο οποίος κάπως μπήκε και μέσα στο πιο προοδευτικό κίνημα. Δηλαδή, όλη αυτή η στοχοποίηση της Γερμανίας ως κάτι κακό, μια δεύτερη κατοχή, οι κατάρες για τον Σόιμπλε, το εθνικοαπελευθερωτικό στον λόγο ακόμη και της αριστεράς, κάτι φιγούρες τύπου Καζάκη και ούτω καθεξής, που είχανε μια υπόσταση τότε. Δηλαδή βγαίνανε μιλούσανε και δεν ήταν κόσμος που τον διώχνανε κιόλας άμα βρισκόμασταν στον ίδιο χώρο. Αναβίωσε πολύ με αυτόν τον τρόπο μια κουβέντα «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ», γενικά ένα μόρφωμα το οποίο και μετά κάπως συνέχισε να υφίσταται και ενδοκινηματικά.

Ήθελα να πω, λοιπόν, για τις πλατείες ότι εκεί πέρα είχε κυρίως απολιτίκ κόσμο και αριστερούς και πάρα πολλούς συριζαίους οι οποίοι συμμετείχαν. Ήμουνα από τους λίγους ανθρώπους που νομίζω ότι πηγαίναμε και συμμετείχαμε σχεδόν καθημερινά στην κεντρική συνέλευση ή τέλος πάντων όσο πιο πολύ μπορούσαμε. Αυτή ήταν μια προσπάθεια αμεσοδημοκρατικής τύπου διαδικασίας, η οποία μπορούσε να έχει από 500 μέχρι 1.000 άτομα κάθε μέρα, και 2.000 με 3.000 παρατρεχάμενους. Έκανε μια συνέλευση στην οποία όποιος ήθελε να πάρει τον λόγο τον έπαιρνε μία φορά, μπορούσε να δευτερολογήσει μόνο μια δεύτερη αργότερα, έπαιρνε σειρά. Ήταν ένα πράγμα ξένο για το πως εμείς μιλούσαμε πολιτικά σε διαδικασίες, πως είχαμε συνηθίσει τις συνελεύσεις αναρχικών. Οπότε, ήθελε πάρα πάρα πολύ υπομονή για να παρέμβουμε. Δεχόμασταν κριτική από τον χώρο, η οποία είχε και βάση σε έναν βαθμό, ότι δεν βγαίνει κάτι από εκεί, ότι δεν είναι τέλος πάντων απαραίτητα πολιτικά τα υποκείμενα που συμμετέχουν. Αλήθεια είναι αυτό και ειδικά στην πάνω πλατεία, δηλαδή στην Αμαλίας μαζευόντουσαν κάθε μέρα και μουτζώνανε. Κράταγαν διάφοροι ελληνικές σημαίες ή όχι ή δεν ξέρω εγώ όποια σύμβολα είχανε και από κάτω γινότανε κάθε μέρα συνέλευση που προσπαθούσε να βγάλει κάποιες δράσεις ή κάτι ή να προετοιμάσει τέλος πάντων, ακόμη και χωροταξικά την πλατεία για τα μεγάλα γεγονότα που ακολούθησαν εκείνες τις μέρες. Για να μην μακρηγορήσω, αυτά τα γεγονότα ήταν τρία νομίζω: μια μονοήμερη απεργία στην αρχή και μια διήμερη στην συνέχεια τον Ιούνη. Στην πρώτη μονοήμερη νομίζω το χαρακτηριστικότερο γεγονός ήταν οι συγκρούσεις που έγιναν στο πάνω μέρος της πλατείας, γιατί κάποιοι φασίστες οι οποίοι συμμετείχαν τότε, είχαν έρθει και έκαναν μια προσπάθεια να απωθήσουν τους συντρόφους του χώρου όταν ανεβήκαν προς την Βουλή. Αν θυμάμαι καλά νομίζω ήταν και η πρώτη φορά που ο Μπάμπης Παπαδημητρίου είπε πως “Μια σοβαρή Χρυσή Αυγή ίσως μπορεί να αποτελέσει το αντίβαρο και να σταματήσει αυτούς τους γνωστούς αγνώστους που κανείς δεν τους σταματάει τρία χρόνια”. Η δεύτερη διήμερη απεργία που έγινε τον Ιούνη ήταν ένα πεδίο σφοδρότατων συγκρούσεων σε κλίμα καύσωνα στο κέντρο της Αθήνας με απίστευτη βία και από τους διαδηλωτές και από την αστυνομία. Θυμάμαι στο τελείωμα, γιατί πραγματικά δεν ξέρω τι να πρωτοθυμηθώ από αυτήν την μέρα, αλλά θυμάμαι ότι καθόμασταν στα σκαλιά του μετρό. Οι μπάτσοι ερχόντουσαν και μας κλείνανε μέσα στο μετρό, όπου οπισθοχωρούσαμε. Είχε δεκάδες χιλιάδες κόσμο που κλεινόταν μέσα στο μετρό και οι μπάτσοι πετούσαν δακρυγόνα μέχρι μέσα. Υπήρχαν αυτοσχέδια ιατρεία τα οποία περιέθαλπταν δεκάδες, εκατοντάδες κόσμου τραυματισμένου από κρότου λάμψης, από ξύλο, από οτιδήποτε, μέχρι ανοιγμένα κεφάλια. Και θυμάμαι ότι νύχτωνε και κάπως έπαιζε αυτή η θεωρία, ότι θα μπούνε ΜΑΤ από παντού και θα γίνει μακελειό και κάτσαμε και συζητήσαμε και λέγαμε “Πάμε να φύγουμε; Τι θα κάνουμε ;” και είπαμε πως αν είναι να ζήσουμε μια τόσο ιστορική μέρα που να γίνει τέτοιο μακελειό καλύτερα να κάτσουμε. Τέλος πάντων, δεν έγινε αυτό, αλλά το λέω περισσότερο για να δείξω ότι ήταν πολύ μεγάλα τα μεγέθη, ήταν πολύ μεγάλες οι πορείες εκείνων των ημερών. Μετά το καλοκαίρι η πλατεία εκκενώθηκε σιγά σιγά τον Αύγουστο, γιατί ο Αύγουστος είναι ιερός στην Ελλάδα. Όλοι πάνε διακοπές, δεν υπάρχει τίποτα. Είχε κληθεί ένα ανοιχτό camping να κρατήσει όλο τον Αύγουστο, νομίζω ότι πήγε αστυνομία κι εκκένωσε τον χώρο.

Η επόμενη μεγάλη πορεία ήταν τον Οκτώβρη του 2011. Ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε, πάλι εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου, μπορεί να είχε 100, 200 χιλιάδες κόσμου, διήμερη απεργία και αυτή. Ήταν οι μέρες που οι ΚΚΕδες περικύκλωσαν τη Βουλή από νωρίς. Πάντα έκαναν ξεχωριστά την δική τους συγκέντρωση, πηγαίναν πιο νωρίς προς τη Βουλή και φεύγανε. Εκείνη την μέρα αποφάσισαν να κάτσουν και να περιφρουρήσουν τη Βουλή, ώστε να μην πάει ο όχλος και να βιαιοπραγήσει και με αυτόν τον τρόπο να αμαυρώσει τις μεγάλες διαδηλώσεις. Οι τύποι δεν φεύγανε με τίποτα. Νομίζω ότι πρέπει να πήγε 13:30-14:00 το μεσημέρι που ανέβαινε η πορεία προς τα εκεί, όταν τελικά ξεσπάσανε συγκρούσεις με την περιφρούρηση του ΚΚΕ, μπροστά στην Μεγάλη Βρετάνια, ένα πολύ βίαιο σκηνικό που οδήγησε σε τραυματισμούς εκατέρωθεν. Οδήγησε μετά στο να διαλυθεί η πορεία από την αστυνομία. Με τακτικές κινήσεις το ΚΚΕ έστειλε κομμάτι ολόκληρο να έρθει από την Βουκουρεστίου να μας περικυκλώσει, να μας βγει από πίσω. Μια πάρα πολύ μεγάλη σύγκρουση και αυτή, η οποία κατέδειξε λιγάκι και το θεσμικό ρόλο του ΚΚΕ που νομίζω απαξιώθηκε αρκετά κινηματικά μετά από αυτά τα γεγονότα. Μετά από αυτό, όπως λέει η ατζέντα μέσα και όπως θυμούνται και οι περισσότεροι, η κυβέρνηση έγινε εθνικής ενότητας, υπό τον Λουκά Παπαδήμο, με στόχο να περάσει το μεσοπρόθεσμο. Και το αμέσως επόμενο μεγάλο ραντεβού είναι η 12η Φλεβάρη, και αισθάνομαι ότι έχω μακρηγορήσει πολύ, οπότε θα το πάω μέχρι εκεί και θα σταματήσω σιγά σιγά. Η 12η Φλεβάρη ήταν μια διήμερη απεργία της ΓΣΕΕ, 10 και 11 Φλεβάρη, και μετά την Κυριακή είχαν καλέσει ουσιαστικά οι αγανακτισμένοι. Ήταν ένα τριήμερο με κάποιον τρόπο. Τις πρώτες δύο μέρες δεν έγινε σχεδόν τίποτα. Έγινε μια μικρή πορεία απογευματινή την Παρασκευή που δεν είχε κόσμο καθόλου. Το Σάββατο παίζει να ήμασταν και χίλια άτομα, μιλάμε δηλαδή για μηδενική συμμετοχή. Εδώ όμως θα βάλω μια μικρή παρένθεση, να με συγχωρέσετε για αυτό, επειδή και μέσα στην ατζέντα λέει κάπου ότι ” Η πουλημένη ΓΣΕΕ δεν κάλεσε απεργία διαρκείας”, που σαφέστατα είναι πουλημένη. Εγώ, εδώ πέρα, θέλω να πω πως αυτά τα πράγματα είναι και κάπως δικές μας ελλείψεις κινηματικά. Δηλαδή, νομίζω ότι σαν καθεστωτική συνομοσπονδία, σαν καθεστωτικός συνδικαλιστικός φορέας στην Ευρώπη, η ΓΣΕΕ πρέπει να κάλεσε τις περισσότερες απεργίες καθόλη αυτήν την διάρκεια. Έκανε τις περισσότερες κινητοποιήσεις ακριβώς υπό την πίεση ενός κινήματος που χτιζόταν από κάτω. Αυτό που είπα και στην αρχή για να κάνω και έναν κύκλο, ας πούμε, στην παρέμβαση μου, ότι είχε ξεκινήσει ήδη από το 2008, την Πρωτομαγιά που είχε στηθεί απέναντι από το δικό τους κάλεσμα μια εξέδρα από τα σωματεία τα δικά μας και τον κόσμο τον αλληλέγγυο, που κάνανε την κατάληψη στην ΓΣΕΕ. Από κινήσεις μετά είτε ουσιαστικές είτε θεαματικές, από την επίθεση στην κοπή της πίτας της ΓΣΕΕ μέχρι όλα τα σωματεία τα οποία φύγανε από την επιρροή της, μέχρι και η ΠΕΚΟΠΥ, που ήταν ένα ΠΑΣΟΚικό σωματείο. Δέχθηκαν μία πίεση και εκφράζοντας και αυτό, αλλά και την βάση τους που κατά κάποιον τρόπο τους πίεζε έκαναν τα μίνιμουμ δυνατά. Αν κάτι φταίει που δεν έγινε πιο κυριαρχική η τάση μας, είναι ότι δεν τα καταφέραμε κιόλας σε έναν βαθμό. Δε νομίζω ότι στην πραγματικότητα μας έφταιξε αυτό εντός του εργατικού κινήματος. 12 Φλεβάρη λοιπόν, μετά τις αποτυχημένες δύο προηγούμενες μέρες Παρασκευή και Σάββατο: Εγώ θυμάμαι ότι είχαμε δώσει ραντεβού με το ΣΣΜ στην Κολοκοτρώνη, μισή ώρα πριν την αρχή της πορείας, ώστε να καταφέρουμε να φτάσουμε στο Σύνταγμα. Ήμασταν όντως εκεί μισή ώρα πριν από την αρχή της πορείας, ανατριχιάζω τώρα που το λέω. Ανέβαινε κόσμος, ανέβαινε κόσμος, ανέβαινε κόσμος, και επειδή είχαμε ραντεβού και έπρεπε να περιμένουμε ακόμη κάποιους ήταν μια φάση “Ρε παιδιά δεν πάμε;” περιμέναμε εν τέλει. Και έτσι παρά τέταρτο ας πούμε δεν μπορούσαμε πια να κουνηθούμε.

Δήμος Β.: Κώστα να σε διακόψω ότι είναι ενδεικτικό ότι το διήμερο πριν, που είναι απεργία, δεν έχει κόσμο, όπως και διάφορες απεργίες που γινόντουσαν καθημερινές δεν είχανε πολύ κόσμο. Ενώ, ας πούμε, στα καλέσματα που γινόντουσαν Παρασκευή μπορεί να μην είχε καθόλου κόσμο, και την δεύτερη μέρα το Σάββατο ή την Κυριακή, γιατί υπήρχαν και πριν τις 10 Φλεβάρη και άλλα καλέσματα, να έχουν αρκετό κόσμο. Δηλαδή, αυτό δείχνει και κάπως πώς ο κόσμος συμμετείχε στα απεργιακά καλέσματα, εάν συμμετείχε στις απεργίες. Επίσης να προσθέσω ότι η 12η Φλεβάρη έχει άπειρο κόσμο, αλλά γίνεται μέσα σε ένα κλίμα πολλών προληπτικών συλλήψεων. Υπάρχουν άπειροι ασφαλίτες και μπάτσοι έξω από σπίτια αναρχικών, γίνονται πάρα πολλές προσαγωγές, κόσμος φεύγει από τα σπίτια του κακήν κακώς ή δεν έχει κοιμηθεί στα σπίτια του, δηλαδή γίνεται σε ένα κλίμα μεγάλης καταστολής. Όπως και όταν ξεκινήσαμε κόσμος από τα Εξάρχεια για να κατέβουμε κάτω, που βρεθήκαμε για να πάμε όλοι μαζί και να μπορέσουμε να κατεβάσουμε και πράγματα, δεχτήκαμε ασφυκτική πίεση και καταφέραμε να φτάσουμε γιατί ήμασταν πολύς κόσμος και γιατί η Πανεπιστήμιου και η Σταδίου είχαν πλημμυρίσει από κόσμο.

Κώστας Φ.: Ναι, όντως ισχύει. Οπότε τέλος πάντων δεν καταφέραμε ποτέ να πλησιάσουμε και ένα πολύ μεγάλο κομμάτι κινηματικό που είχε δώσει ραντεβού σε εκείνο το σημείο στην πραγματικότητα δεν πλησίασε ποτέ. Αυτό το λέω για το πόσος πραγματικά ήταν ο κόσμος. Έχει ακουστεί για 500 χιλιάδες, έχει ακουστεί για ένα εκατομμύριο. Ούτως ή άλλως είναι τόσο μεγάλα τα νούμερα που σχεδόν δεν παίζει ακριβώς ρόλο, ας πούμε, να ψάξεις να τα βρεις. Οι συγκρούσεις ξεκίνησαν από το Σύνταγμα. Οι μπάτσοι ούτως ή άλλως το περίμεναν, επεκτάθηκαν, απλά ήταν τόσος πολύς ο κόσμος που επεκτάθηκαν κατά κάποιο τρόπο προς παντού. Άλλη μια φορά που μπορεί ο καθένας να πει μια ιστορία από το που ξεκίνησε και το που βρέθηκε. Θυμάμαι εγώ, για ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι ήμουνα στην Σταδίου, ήταν μια εικόνα έτσι λίγο από Mad Max, σπασμένα φώτα, κτήρια να καίγονται γύρω γύρω, ο κόσμος να βαράει τα κάγκελα του Αβραμόπουλου, τα λεγόμενα με σίδερα, να κάνει ντου, να τελειώνουν τα δακρυγόνα στις διμοιρίες που ήταν μπροστά και να φεύγει ο κόσμος πάλι τρέχοντας. Ποτάμι, μιλάμε για χιλιάδες κόσμου, να τους κυνηγάει μέχρι να βγει η επόμενη διμοιρία που είχε πάλι μέσα. Πλιάτσικα, φουλ πλιάτσικα, τα πάντα, νομίζω μεγάλο ποσοστό των καταστημάτων της Αθήνας αδειάσανε εκείνη τη μέρα, από πολύ κόσμο που είχε κατέβει μέχρι και συντονισμένα για αυτό.

[από το κοινό]: Επιθέσεις σε καταστήματα «Αγοράζω χρυσό».

Κώστας Φ.: Στα καταστήματα «Αγοράζω χρυσό», φούλ. Στην Κάνιγγος, θυμάμαι, είχε αδειάσει ένα, είχανε γίνει όλοι εκεί πέρα. Και αυτή η μέρα κράτησε μέχρι αργά. Θυμάμαι ακόμη ένας σύντροφος που τον είχανε πάρει προληπτική προσαγωγή να βγαίνει και να λέει “Ε με βγάλανε τώρα 1 η ώρα τη νύχτα και πήρα το μηχανάκι και πρόλαβα να πάω λίγο προς την Αθηνάς που συνεχιζόταν ακόμη στο Μοναστηράκι, και κοίταζα δεξιά αριστερά και έλεγα τι έγινε ρε μαλάκα σήμερα, πως έγινε αυτό το πράγμα, τι έχασα;” Πέρα από αυτά τα χαριτωμένα, νομίζω ότι αυτή η μέρα κατέληξε για πάρα πολύ κόσμο. Καταρχήν, υπήρξε και εκεί όργιο κρατικής βίας και καταστολής, υπήρχαν πάρα πολλοί συλληφθέντες, πάρα πολλοί άνθρωποι που προφυλακίστηκαν για αυτά τα γεγονότα και σύντροφοι, καλοί σύντροφοι. Όλο αυτό το πράγμα, κάπως, νομίζω πως δημιούργησε στον κόσμο μια δυσκολία, ότι αν και με όλο αυτό που έγινε, δηλαδή αν κατέβηκε το 25-30% του λεκανοπεδίου στο κέντρο για να διαδηλώσει, κάηκε η μισή Αθήνα, όλος ο κόσμος, τέλος πάντων, ενάντια σε αυτό που συμβαίνει, πως θα αλλάξει αυτή η κατάσταση, αν και τώρα δεν έπεσε η κυβέρνηση. Νομίζω πως αυτό συνδέεται άμεσα και με τις εκλογές του καλοκαιριού του 2012, όπου η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε δεύτερη δύναμη, σε συνδυασμό με την τεράστια καταστολή που έφαγε σε αυτές τις διαδικασίες και το πολύ ξύλο, έδωσε σε ένα μεγάλο κομμάτι αυτού του κόσμου που κατέβαινε στον δρόμο μια ψευδαίσθηση ότι μέσα από την κοινοβουλευτική οδό μπορεί να δοθεί μια λύση σε όλη αυτήν την κατάσταση, ή κάπως να πάνε τα πράγματα καλύτερα. Νομίζω ότι και ενδοκινηματικά, μαζί και με τις επιθέσεις που έγιναν μετά στις καταλήψεις και τις είπε ο Δημοσθένης, με αποκορύφωμα στο τέλος του 2012 την εκκένωση της Βίλας Αμαλίας, νομίζω ότι ώθησε έναν κόσμο, τον περιόρισε από αυτό το κεντρικό πεδίο στο οποίο γινόντουσαν τότε οι κινητοποιήσεις. Τον περιόρισε; Κάποιοι άνθρωποι έκαναν τεράστια πράγματα για αυτό και θα τα πούνε και μετά, αλλά γύρισε λίγο πιο πολύ προς το αντιφασιστικό και στο επίπεδο της κεντρικής πολιτικής σκηνής έπαιξε στα μυαλά πολύ κόσμου ένα φλερτ με την ιδέα ότι τελικά όντως υπάρχει μια λογική μικρότερου κακού που μπορεί να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, που χαρακτήρισε μαζί με όλη την καταστολή το επόμενο διάστημα. Νομίζω θα σταματήσω εδώ, απλά να πω ένα μικρό πράγμα τώρα που έχω τον λόγο γιατί δεν ξέρω αν θα τον πάρω καθόλου μετά. Την μικρή μου διαφωνία, που την συζήτησα και με κάποιους άλλους συντρόφους, γύρω από τον πρόλογο της ατζέντας, που είναι μόνο ο επίλογος, που λέει ότι τότε ήταν το 2009-2012 και είχαμε πόλεμο. Καταλαβαίνω πως βγαίνει όλο αυτό το πράγμα αλλά εδώ θέλω να πω ότι από όταν θυμάμαι και εγώ τον εαυτό μου στο κίνημα, το ‘96-‘97, ακόμη και αν ήταν πεσμένα τα πράγματα πόλεμος υπήρχε, ακόμη και αν μετά ανέβηκαν, ξανά πόλεμος ήταν και εκείνα τα χρόνια μπορεί να ήταν με άλλους όρους και πολύ μαζικός πόλεμος ήταν και ακόμη και σήμερα ο πόλεμος, βασικά, δεν σταματάει. Μας τον κάνουν ούτως ή άλλως οι από πάνω μας, μας τον κάνουν οι εξουσιαστές και το θέμα είναι πόσο εμείς αντέχουμε να συμμετέχουμε και ούτω καθεξής… Αυτά, ευχαριστώ πάρα πολύ, αν θέλει κάποιος να πει, να τοποθετηθεί…

1η τοποθέτηση από το ακροατήριο: Δυο-τρία σχόλια. Νομίζω ότι μια καμπή ήταν η ΜARFIN. Δεν ξέρω πως θα ήταν τα πράγματα αν όντως δεν γινόταν αυτή η μαλακία, εγώ δηλαδή έχω βγάλει συμπέρασμα ότι έγινε μαλακία τελικά. Μιλάω λίγο έτσι χύμα, συγγνώμη για την έκφραση, αλλά είναι συμπέρασμα που ταλαιπώρησε πολύ κόσμο μετέπειτα στις διαδικασίες και σε σχέση με την οπισθοχώρηση του κινήματος και σε μια εμφυλιοπολεμική-γηπεδική κατάσταση που κράτησε πολύ καιρό. Ένα δεύτερο που είναι καλό να αναφερθεί, αλλά δεν θα επεκταθώ πολύ: η συνέλευση του Συντάγματος ήταν πολιτική καθαρά. Στην πάνω πλατεία ήταν οι φασίστες και στην κάτω πλατεία ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν ήταν κανένας απολιτίκ εκεί πέρα, οι διαδικασίες τους ήταν συγκεκριμένες. Αυτό που είπες είναι λάθος ότι η συνέλευση λειτουργούσε με κλήρωση. Δηλαδή, ποτέ δεν θα έπαιρνα τον λόγο εγώ αν έβαζα το νούμερο μου μέσα στην κληρωτίδα, οπότε και για αυτό και εγώ μετά από δυο-τρεις φορές δεν ξαναπήγα. Εν κατακλείδι, η 12η Φλεβάρη για εμένα ήταν άλλη μια πονεμένη ιστορία πουισοπέδωσεκινηματικά πολύ κόσμο. Η καταστολή, όπως είπες κι εσύ, ήταν πολύ έντονη.

Έχω την εντύπωση ότι δεν αναφέρθηκες καθόλου σε αυτήν την περιβόητη-περίφημη μπάντα των συνελεύσεων των γειτονιών. Εκεί χάθηκε η μπάλα η κινηματική. Οι περισσότερες συνελεύσεις που ήταν γειτονιών αγκαλιάστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ, οπότε σε κάποια φάση ο εισοδισμός τους μέσα στις καταλήψεις και στα στέκια ήταν έντονος. Εκεί λειτούργησε η κινηματική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ από το 3% στην κυβέρνηση της αριστεράς πρώτη φορά. Ήταν λάθος αυτό το πράγμα. Έχουμε ελλείψεις, όπως και αυτό που θα αναφέρω για τα σωματεία βάσης. Ο συντονισμός των σωματείων βάσης έδειξε μετά ότι μέχρι σε ένα σημείο πάει η οργάνωση, εφόσον δεν υπάρχει αναρχοσυνδικαλιστική παρακαταθήκη στην χώρα, εδώ και κάμποσα χρόνια, συνδυαστικά με την ανεργία και τις απολύσεις, και είναι λογικό. Δε θα μιλήσω για πρόγραμμα των αναρχικών-αντιεξουσιαστών, είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία, που έχει να κάνει με την παρέμβαση μας στο κοινωνικό και το εργασιακό επίπεδο. Αυτά, μην το παρακάνω για να μιλήσουν και άλλοι σύντροφοι-συντρόφισσες.

2ητοποθέτηση από το ακροατήριο: Ακούστηκαν από τον σύντροφο κάποια πράγματα που εγώ προσωπικά δεν θέλω να μείνουν σε μια ιστορική παρακαταθήκη. Αλήθεια είναι, με αριθμούς γινόταν η συνέλευση στο Σύνταγμα. Δεν ήταν λοταρία να βάλουμε δύο, ας πούμε αριθμούς. Όσοι συμμετείχαμε μεταφέραμε μια διαδικασία που γινόταν. Συμμετείχαν 500 και 600 άτομα και το κατάφερναν να διαχειρίζονται αυτήν τη συνέλευση, άσχετα που πολλές φορές εμείς δεν μπορούμε να χωρίσουμε δύο γαϊδάρων άχυρα. Στις 2 Φλεβάρη έγινε μια πορεία συγκρουσιακή στην οποία εγώ δεν είχα την τύχη να είμαι (λόγω προληπτικής προσαγωγής), και μάλιστα λέγανε οι μπάτσοι μέσα ότι δεν γίνεται τίποτα. Το βράδυ που γύρισα στο κέντρο της Αθήνας χάρηκα που κάηκε η πόλη, από την άλλη λυπήθηκα γιατί δεν μπόρεσα να είμαι. Όσον αφορά τησύγκρουση δεν είναι ταφόπλακα. Η σύγκρουση για το κίνημα ήταν τροφοδοτική.

Καλέστηκε μια κουβέντα στο Πολυτεχνείο ένα Σάββατο βράδυ, το λέω έτσι για την ιστορία, που έθεταν τότε ζήτημα σε συντρόφους επειδή παρακολουθούσαν τη συνέλευση στο Σύνταγμα. Την παρακολουθούσαμε με ένα ενδιαφέρον διαβλέποντας αυτό, ότι κυοφορούσε μια μεγάλη σύγκρουση, διαρκείας κιόλας, η οποία έγινε φυσικά. Υπήρξαν και αναρχικοί, κομμάτια των αναρχικών, τα οποία με έναν αβανγκαρντισμό που τους διακρίνει, όχι μόνο εκείνη την περίοδο, ακόμη και στον Γρηγορόπουλο πολλές φορές τα ίδια λέγανε, που λέγανε ότι «έλα μωρέ πάτε με αυτούς και με εκείνους και τους φασίστες» κλπ. Η κουβέντα αυτή είχε σαν στόχο να καταδείξει τον φασιστικό εσμό που μαζευόταν εκεί. Όχι απόλυτα οργανωμένοι φασίστες και λίγοι ψεκασμένοι όπως είπες, με τις ξένες δυνάμεις και τα λοιπά. Έτσι ώστε για να διαχωρίσει την θέση του, βάζοντας όμως τον εαυτό του σε μια θέση να δημιουργήσει χώρο μέσα σε αυτό. Επαναλήφθηκε η κουβέντα άμεσα την Κυριακή με ένα κείμενο που συντάχθηκε πάρα πολύ γρήγορα από το σώμα,το οποίο είχε στόχο την Δευτέρα την επόμενη μέρα, να πάει στο Σύνταγμα σε ένα μαζικό κάλεσμα δικό μας και να το μοιράσει στην πάνω πλατεία. Οι αριστεροί είχανε διαρρεύσει πληροφορίες ότι θα πάμε και θα τα κάνουμε όλα ώπα, βιαστικά χωρίς να περιμένουμε το μεγάλο κύμα που ερχόταν, κάτι βλακείες δηλαδή. Εμείς όμως ανεβήκαμε στο Σύνταγμα και το μοιράσαμε. Πολύς κόσμος μας είπε “εμείς παιδιά μαζί σας”. Ήμασταν κάπου 70-100 άτομα, ίσως και παραπάνω όταν ένας ηλίθιος άρχισε να λέει “Φύγετε τώρα κότες” και γυρίσαμε πίσω και τον δείραμε. Την επόμενη ημέρα ήταν μια μεγάλη πορεία, με συγκρούσεις και συνελήφθησαν χρυσαυγίτες τους οποίους περιέθαλψαν τα ΜΑΤ στο μνημείο του στρατιώτη. Δηλώσανε όλοι οδηγοί του ΟΑΣΘ, συνδικαλιστές των λεωφορείων και φάγανε ξύλο αυτοί και κρυφτήκανε. Εμείς, λοιπόν, είχαμε διαχωρίσει την θέση μας. Είχαμε δηλώσει την παρουσία μας εκεί. Πάνω στην ιστορική παρακαταθήκη που άφησε το Σύνταγμα και τα γεγονότα που ακολούθησαν, για την ωμή βία που ασκούνταν. Άλλο γεγονός σε σχέση με τον θάνατο ενός ΠΑΜΕϊτη. Ήταν μια σφοδρότατη μάχη, από τις πιο σφοδρές που έχουν γίνει, κάποιοι λένε πως ήταν όντως η μητέρα των μαχών, ήταν σώμα με σώμα για πάρα πολλές ώρες. Ο άνθρωπος αυτός πέθανε από δακρυγόνο, από τα λίγα που πέσανε. Ένα-δύο ρίξανε γιατί δεν επενέβησαν, και αυτό το θάψανε προφανώς.

Η εκκόλαψη του φασιστικού φιδιού και τα αντιφασιστικά αντανακλαστικά του κινήματος

Ήδη, εν μέσω της εξέγερσης το Δεκέμβρη του 2008, υπάρχουν ισχυρά κρούσματα επανεμφάνισης διαφόρων φασιστικών μορφωμάτων και γκρουπούσκουλων με σημαντικότερο το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής, που στις εκλογές του 2012 αναδεικνύεται τρίτο κοινοβουλευτικό κόμμα, την ίδια στιγμή που στελέχη και απλά μέλη της προχωρούν συχνά σε δεκάδες βίαιες επιθέσεις. Η άνοδος της Χρυσής Αυγής στην κεντρική πολιτική σκηνή έγινε μέσα σε ένα ρευστό πολιτικό περιβάλλον. Τα μέτρα οικονομικής λιτότητας και οι δυναμικές αντιδράσεις εναντία σε αυτά, ο κοινωνικός αυτοματισμός των συντηρητικών στρωμάτων, η κρατική καταστολή, συνθέτουν ένα μείγμα ιδανικό για να ευδοκιμήσει η φασιστική πανούκλα. Από την πρώτη στιγμή όμως υπήρξαν όχι απλά δυναμικές, αλλά αποφασιστικές απαντήσεις από πλευράς αντιφασιστικού κινήματος που για πολύ καιρό έδιναν μόνες τους μάχες οπισθογραμμής απέναντι σε ναζί και φασίστες που συχνά πυκνά είχαν την αρωγή των σωμάτων ασφαλείας και την πολιτική κάλυψη των τότε κυβερνήσεων.

Για όλα αυτά, για το κλίμα της εποχής και για το πώς βίωσαν τα γεγονότα από τα δική τους πλευρά, θα μας μιλήσουν ο σύντροφος από τη Βίλα Αμαλίας και ο σύντροφος από τις γειτονιές των νοτίων προαστίων της Αθήνας.

Δημήτρης Κ. : Για όλα αυτά που θα μιλήσουμε τώρα υπήρξαν κάποια ορόσημα, σημαδιακές ημερομηνίες, και είναι, όπως ειπώθηκε και προηγουμένως, στον απόηχο του 2008, που σημαίνει ότι από τη μία υπήρχε, αυτό που περιέγραψαν και οι προηγούμενοι σύντροφοι υπήρχε μια δυναμική, υπήρχε η ενέργεια. Υπήρχε η πίστη, βασικά, ότι μπορούμε να αλλάζουμε τα πράγματα, ότι μπορούμε να κάνουμε, σχεδόν, τα πάντα και όντως αυτό αποτυπώθηκε μετά στο 2011, στο 2012, όπως ειπώθηκε προηγουμένως. Υπήρχε, όμως, και το εξής: ότι το κράτος, αφού είδε ότι το 2008 είχε στα χέρια του μια εξέγερση που δεν μπόρεσε να την σταματήσει πολύ εύκολα, όπως θα ήθελε, ετοίμασε και τον αντίλογο πάνω σε αυτόν τον κόσμο, τον κόσμο του αγώνα. Η πρώτη γραμμή αυτής της αντίδρασης του κράτους είναι οι φασίστες. Παρακάτω θα προσπαθήσω να θυμηθώ κάποιες ημερομηνίες που τουλάχιστον εμένα μου φαίνονται σημαδιακές και πρέπει να τις μνημονεύσουμε. Και για να περιγράψουμε λίγο περισσότερο το κλίμα, όλα αυτά γίνονται σε μια κατάσταση που ήδη υπάρχει το ΛA.O.Σ σαν φασιστικό μόρφωμα. Εμείς τραβάγαμε τα μαλλιά μας τότε που είχε μπει το ΛA.O.Σ στην κυβέρνηση Καρατζαφέρης-Γεωργιάδης -τότε βγαίναν αυτοί πιο μπροστά- δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι μετά θα έμπαινε η ίδια η Χρυσή Αυγή μέσα στη Βουλή. Δεν πέσαμε από τα σύννεφα, αλλά ήταν λίγο βαρύ.

Το κομμάτι που θα μιλήσω εγώ πιο πολύ, θα είναι για τις κινήσεις που έγιναν για τον Άγιο Παντελεήμονα, τις επιτροπές κατοίκων, γύρω από τη Βίλα Αμαλίας, για τον κόσμο που μαζεύτηκε κυρίως σε αυτόν τον χώρο, γιατί κι εγώ από εκεί έχω τις πιο πολλές εμπειρίες. Γενικώς, μιλάμε για μία εποχή που έχει πάρα πολλούς μετανάστες, που η αστυνομία τους στέλνει συνεχώς ή στην πλατεία Βικτωρίας ή στο Πεδίον του Άρεως. Είναι το πιο φτηνό εργατικό δυναμικό και υφίσταται πίεση από παντού. Έχουν ψιλοβγεί κάποιες ΜΚΟ, αλλά με άλλου τύπου δράση. Πρόκειται για κόσμο που ζει στην εξαθλίωση, που του την πέφτουν από παντού. Από το 2000 και μετά, υπάρχει μια άνοδος του εθνικισμού και γενικά του κοινωνικού κανιβαλισμού. Ενώ γίνονται ήδη τα σκηνικά στον Άγιο Παντελεήμονα, σε μια εξακρίβωση, ένας μπάτσος σκίζει ένα κοράνι και το πατάει, οπότε αυτό δίνει αφορμή να γίνει μια πορεία στις 22 Μαΐου από μουσουλμάνους κυρίως, στο κέντρο της Αθήνας. Πρέπει να υπήρχαν σπασιματικές σε κάποια μαγαζιά, αλλά πάρα πολύ λίγες. Το θέμα είναι ότι χτυπήθηκε αυτή η πορεία πολύ βαριά. Ήμασταν εμείς στη Βικτώρια και τους βλέπαμε να τρέχουνε. Έγινε ένας πανικός. Όλα αυτά ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο τον φασιστικό λόγο, τον ακροδεξιό λόγο που υπήρχε τότε, ότι για τα πάντα έφταιγαν οι μετανάστες. Πιάστηκαν πολλοί και σύντροφοι και συντρόφισσες. Μάλιστα μια συντρόφισσα είχε ένα δικαστήριο, η μόνη Ελληνίδα μαζί με 30 μετανάστες. Για αυτά και για όλες τις κινήσεις που γινόντουσαν πιο πριν, συγκεντρώσεις ακροδεξιών και αυτοσυγκεντρώσεις στον Αγ. Παντελεήμονα, στις 7 Ιουλίου του 2009 αποφασίσαμε να γίνει μια διαδήλωση ενάντια στο σύγχρονο απαρτχάιντ -αυτό είχε σαν τίτλο η αφίσα- με σκοπό να κατευθυνθεί και προς τον Αγ. Παντελεήμονα και να κάτσει ο κόσμος εκεί. Κατόπιν εορτής, μπορώ να πω ότι έγινε ένα λάθος τακτικής: μπήκαμε από ένα στενό. Ο κόσμος που ήρθε στην πορεία ήταν πολύ περισσότερος από όσο περίμεναν οι διοργανωτές της πορείας. Μιλάμε για 2 με 2,5 χιλιάδες άτομα, μπορεί και περισσότερο. Από κάποιο τακτικό λάθος πήγαμε να προσεγγίσουμε την πλατεία από στενά, όπου είδαμε το εξής: Ήταν ΜΑΤ, φασίστες από πίσω τους και ξαφνικά οι φασίστες να μας πετάνε μολότοφ πίσω από τους μπάτσους. Επακολούθησαν εκεί κάποιες συγκρούσεις και σε εκείνο το σημείο φανερωθήκαν και οι υπόλοιπες διμοιρίες από τα γύρω στενά και χτύπησαν από παντού την πορεία. Ο κόσμος έφαγε αρκετό ξύλο. Άλλοι ερχόντουσαν στην ΑΣΟΕΕ, άλλοι πήγαν στη Βίλα. Είναι ένα κομβικό σημείο για αυτά που συνέβησαν μετά. Το ξέραμε ότι οι μπάτσοι ήταν μαζί τους και ξεκάθαρο, πλέον, ότι το θέλουν το μέρος και υπάρχουν λόγοι για αυτό.

Δύο μέρες μετά, υπήρχε εκδήλωση στη Βίλα Αμαλίας, ένα θεατρικό, και έγινε επίθεση από τους φασίστες. Το αναφέρω σαν κομβικό γεγονός, καθώς μισή ώρα πρώτου γίνει αυτή η επίθεση από τους φασίστες -με μολότοφ παρακαλώ- η οποία ήταν πλήρως αποτυχημένη, τους τρέξαμε, τους πήραμε τις μολότοφ, είχε πολύ πλάκα. Αλλά το θέμα είναι ότι ακριβώς πριν μισή ώρα είχε πάει ο Μαρκογιαννάκης, ο τότε υπουργός των μπάτσων στην πλατεία του Αγ. Παντελεήμονα να χαιρετήσει τους κατοίκους, και μετά από αυτό μόνο που δεν τους είπε πηγαίνετε εκεί, βασικά αυτό τους είπε.

Ένα άλλο κομβικό σημείο της εποχής, δεν έχει τόσο σχέση με φασίστες, αλλά έχει με την στάση των μπάτσων σε αυτά που κάναμε εμείς. Είχε αρχίσει, πλέον, η περίοδος αντεκδίκησης ότι εντάξει παίξατε, τώρα θα σας παίξουμε εμείς. Στις 17/10 είχε προηγηθεί ένας βασανισμός μετανάστη στο αστυνομικό τμήμα της Νίκαιας, είχε μαζευτεί η πορεία και έγινε επίθεση στο τμήμα. Μετά η πορεία χτυπήθηκε πολύ από τους μπάτσους και προχώρησε στην κατάληψη του δημαρχείου, που πήρε μεγάλη έκταση. Είναι η πρώτη φορά που μπήκε ο κουκουλονόμος στους συλληφθέντες. Γενικώς, έτσι κύλησε αυτή η χρονιά, με πορείες, αντισυγκεντρώσεις και διάφορα άλλα χτυπήματα και εκατέρωθεν κινήσεις.

Μπαίνουμε στο 2010, στις 6/2 αποφασίστηκε ολονύχτια κατάληψη της πρυτανείας για να εμποδιστεί την επόμενη μέρα συγκέντρωση των φασιστών. Πολύ πετυχημένη κίνηση που ματαίωσε την συγκέντρωση τους. Συνέχισαν οι φασίστες να καλούν συγκεντρώσεις και να φτιάχνουν μικρές συνελεύσεις γειτονιών, τύπου Παντελεήμονα. Προσπάθησαν στην πλατεία Αμερικής να κάνουν πορεία, ο κόσμος πάλι την ματαίωσε με αντισυγκεντρώσεις. Μετά έχουμε την 5η Μάη. Έχει ειπωθεί και το πώς σταμάτησε ένα κλίμα επιθετικότητας του κόσμου απέναντι στο κράτος, έγινε η MARFIN και κάπως κόπηκαν αυτά.

Άλλο ενδεικτικό της εποχής, στις 29/9 σε μία εκδήλωση στη Βίλα Αμαλίας, υπήρχε πάλι συγκέντρωση στον Αγ. Παντελεήμονα. Ήρθαν κανονικά μαζί με τους μπάτσους και μας έκαναν πέσιμο στην κατάληψη. Απωθήθηκαν και αποφασίστηκε άμεσα αντιπορεία στον Αγ. Παντελεήμονα. Να μπει μια παρένθεση… Βγήκε ένα πολύ ωραίο αυτοκολλητάκι από εκείνη την πορεία με τον Johnny Walker. Και μετά ξανά επίθεση των ΜΑΤ στη Βίλα Αμαλίας. Γενικότερα, ήταν ένα σενάριο που έπαιζε πολύ συχνά εκείνη την εποχή. Όλα αυτά εν μέσω κρίσης.

Μπαίνουμε στο 2011 και δολοφονείται ένας 44χρονος, ο Καντάρης από μετανάστες που τον έκλεψαν, στην ευρύτερη γειτονιά της Βικτώριας. Ακριβώς επειδή ήταν στην Βικτώρια και ήταν μετανάστες και εκείνος πήγαινε να δει το νεογέννητο παιδί του, ήταν τραγικό το συμβάν που έγινε, οπότε καταλαβαίνετε τι ψωμί πήραν τα ΜΜΕ, που άλλο δεν θέλανε να πουν για τους κακούς μετανάστες και την κατάσταση στο κέντρο και να βγουν στο δρόμο οι Έλληνες. Ο απόηχος αυτού είναι ότι μετά από μια πορεία που ήταν καλεσμένη από διάφορους χριστιανοταλιμπάν στις 10/5 καθώς κι από ένα κομμάτι φασιστών επιτέθηκαν στην κατάληψη της Σκαραμαγκά, υποβοηθούμενοι εννοείται από μπάτσους. Το επόμενο τριήμερο είναι κάτι που πρέπει να το γιορτάζουμε, καθώς για τρεις συνεχόμενες μέρες είχαν καλέσματα στην Βικτώρια και γενικότερα γύρω από τη Βίλα Αμαλίας διάφορες φασιστικές ομάδες, όλων των μορφωμάτων, και τρεις μέρες έκαναν επιθέσεις στη Βίλα Αμαλίας μαζί με την αστυνομία. Μπροστά οι φασίστες, πίσω οι μπάτσοι, ανάποδα, απροκάλυπτα μαζί, δίπλα δίπλα. Και τις τρεις μέρες απωθήθηκαν, πέρα από την πρώτη, που ο κόσμος ήταν μέσα απροετοίμαστος. Οι επόμενες δύο ήταν ένα καταπληκτικό πράγμα, τόσο τρέξιμο δεν έχει ξαναπέσει, μαζί με τα ΜΑΤ κιόλας. Ήταν φανταστικό αυτό που ζήσαμε εκεί. Δεν ήταν πολύς ο κόσμος που ανταποκρίθηκε στην περιφρούρηση της Βίλας, αλλά ήταν αρκετός, ώστε να διώξει και να σταματήσει τελείως την όποια επιθετική πρόθεση υπήρχε.

Άλλες σημαντικές ημερομηνίες είναι στο Σύνταγμα στις 29/6 στην ΕΘΕΛ. Είχε μαθευτεί ότι θα υπάρχει κάποια παρουσία δική τους. Ο κόσμος τους εντόπισε, κινήθηκε απέναντί τους, τους βάλαμε μέσα σε ένα κτήριο, έβγαζαν μετά φωτογραφίες με τα σπασμένα χέρια και τέτοια.

Εκείνη τη χρονιά έγινε ένα χτύπημα σε κάτι γνωστούς φασίστες που ήταν στην Ερμού και στο οποίο μαχαιρωθήκαν δυο σύντροφοι και κατέληξαν στο νοσοκομείο, αλλά εντάξει μια χαρά. Ο φασίστες επιχείρησαν να πάνε στον Ερυθρό Σταυρό να χτυπήσουν τους τραυματίες συντρόφους, αλλά υπήρχε ήδη κόσμος εκεί και ήταν άλλο ένα τραγελαφικό ωραίο γεγονός. Την επόμενη μέρα αυτοί μαζευόντουσαν από τον Άγιο Παντελεήμονα στην πλατεία Αττικής να τα πούνε χαλαρά μεταξύ τους. Κάποιος κόσμος, ντυμένοι με ελληνικές σημαίες προσέγγισαν τον χώρο σε σημείο που φτάσαμε τόσο δίπλα τους που ένας σηκώθηκε και χαιρέτησε ναζιστικά. Είχε πολύ πλάκα γιατί έπαιξε ένα τρελό ξύλο, έτρεχαν πανικόβλητοι και μετά τσακώνονταν στα σόσιαλ μίντια ότι τους χτύπησαν χρυσαυγίτες αυτούς που ήταν ανένταχτοι. Ένα πολύ ωραίο στιγμιότυπο που είναι και πού εύκολο να γίνει πολύ επιτυχημένα.

Προχωρώντας στο 2012, κάποιος κόσμος είχε καταλάβει ότι οι φασίστες είχαν επιρροές και ακόμα πρέπει να έχουν, στις λαϊκές αγορές. έβαζαν δικούς τους για σεκιούριτι υποτίθεται. Υπήρχαν κάποιες απαντήσεις στις λαϊκές αγορές σε διάφορα σημεία της Αθήνας. Στην Καλλιθέα είχαν μια ομάδα δυνατή, αλλά καθαρίστηκε και αυτό πολύ εύκολα. Γενικά, είχαν πολύ κόσμο που δούλευε υπογείως. Δεν είχε φτάσει ακόμα η ώρα, τώρα ερχόταν η ώρα της σοβαρής Χρυσής Αυγής για να γίνει κόμμα κανονικά.

Για μένα το πιο κομβικό γεγονός στο 2012 ήταν η εισβολή των μπάτσων στη Βίλα Αμαλίας. Θα μου πείτε γιατί το εντάσσεις στο αντιφασιστικό; Το συγκεκριμένο σημείο και λόγω εγγύτητας με την πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα, που γίνεται το πρώτο πείραμα των φασιστών από τα κάτω και επειδή γενικότερα ο κόσμος αυτό ήξερε, αυτό εμπιστευότανε. Είχαμε σκάψει ένα χαντάκι απέξω. Όποιος φασίστας πέρναγε, σκόνταφτε. Αυτό λέγαμε τότε. Ήταν και ένα χτύπημα στον χώρο σαν σημείο συνεύρεσης που αντιπροσώπευε η Βίλα. Ένας βασικός λόγος ήταν ότι άμα δεν υπήρχε η Βίλα θα είχε εγκαθιδρυθεί στον Άγιο Παντελεήμονα φασιστικό παρακράτος εδώ και πολύ καιρό, πολλά χρόνια πιο πριν.

Σαν αποτίμηση, το μόνο που μπορώ να πω είναι πως όλα αυτά που έγιναν τότε τα βλέπουμε και τώρα. Νομίζω πως αυτό που γίνεται τώρα είναι μια προσπάθεια να ξαναβγούνε στον δρόμο, έχουν βγει στο πολιτικό σκηνικό, οι μισοί μπάτσοι είναι φασίστες, πάλι προσπαθούν να βγάλουν τον κόσμο τους στον δρόμο. Και πάντα πρέπει να υπάρχει κόσμος του αγώνα που να ασχολείται με αυτό το ζήτημα ξεκάθαρα, επειδή δεν είναι φετίχ, ούτε είναι μια αγάπη προς τη βία ή να ψαχνόμαστε να παίζουμε ξύλο και να τσακωνόμαστε. Είναι καθαρά ότι οι φασίστες είναι η πρώτη γραμμή που θα χτυπήσει τα άτομα σαν κι εμάς.

Κώστας Κ.: Ευχαριστώ τις συντρόφισσες και τους συντρόφους του Ταμείου που μου ζητήσαν να πω κάποια πράγματα. Συμπληρωματικά στα πολύ σημαντικά που μας είπε ο σύντροφος από το κεντρικό αντιφασιστικό μέτωπο της περιόδου, κρίναμε σημαντικό να ειπωθούν και κάποια πράγματα για το πώς στήθηκαν οι αντιφασιστικές αντιδράσεις στις γειτονιές της Αθήνας, που και εκεί δόθηκαν τεράστιες μάχες, σε πάρα πολλές γειτονιές με πάρα πολλούς τρόπους. Μια από αυτές είναι η περίπτωση των νοτίων γειτονιών της Αθήνας στις οποίες δραστηριοποιούμαι μαζί με συντρόφους και συντρόφισσες. Κυρίως το σχήμα που δραστηριοποιούμαι είναι το αντιφασιστικό δίκτυο στα νότια. Είμαι μέλος του δικτύου, αλλά δεν μιλάω σαν εκπρόσωπός του σήμερα. Θα μεταφέρω μια εμπειρία της περιόδου. Σίγουρα, οι εκλογές του 2012 αποτέλεσαν ένα πολύ ισχυρό σοκ. Λίγο καιρό πριν άρχισαν να μας έρχονται διάφορα μηνύματα από συντρόφους ότι κάποιος φίλος, που δουλεύει σε μια εταιρεία δημοσκοπήσεων, τους λέει ότι η Χρυσή Αυγή μπαίνει άνετα, το παίρνει το 3%. Δεν θέλαμε να το πιστέψουμε και φτάνει εκείνο το βράδυ του Μαΐου του 2012, όπου μένουμε παγωτό με τα αποτελέσματα, με την Χρυσή Αυγή να μπαίνει στη Βουλή με το 7%. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι ο μαχητικός αντιφασισμός είναι κάτι που ξεκίνησε εκείνη την ημέρα. Ο μαχητικός αντιφασισμός στις γειτονιές, στο κέντρο, στα σχολεία, στους εργασιακούς χώρους, ήταν κάτι που ανέκαθεν δραστηριοποιούμασταν όλοι οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες, αλλά εκείνη τη στιγμή θεωρήσαμε ότι υπάρχει μια αναγκαιότητα να τεθεί σε νέες βάσεις πλέον. Σε αυτήν την κατεύθυνση συγκροτήθηκε αντιφασιστικό δίκτυο στα νότια.

Να κάνω μια παρένθεση και να πω σε αυτά που προαναφέρθηκαν ότι στο Σύνταγμα οι οδηγοί λεωφορείων που κοπανήσαμε δεν ήταν χρυσαυγίτες. Ήταν μια άλλη φασιστική γκρούπα. Ήταν ο Αποστόλης ο Σουκαράς, που είχε έναν δικό του κύκλο φασιστών, κυρίως στο αμαξοστάσιο του Ελληνικού. Είναι πιο καθαρόαιμοι ναζί, ακόμα και από τους χρυσαυγίτες. Είναι αυτός που είχε βγει μπανταρισμένος με ένα σαρίκι, που του είχαμε ανοίξει το κεφάλι. Είχε φυγαδευτεί από τα ΜΑΤ από την πολυκατοικία στο Σύνταγμα. Μιλώντας, ειδικά, για τα νότια, πέρα από αυτό που περιγράφω ότι συμβαίνει στο πολιτικό σκηνικό, αντιμετωπίσαμε μία ειδικού τύπου πίεση με έναν σχεδιασμό που είχε η Χρυσή Αυγή, ειδικά για τα νότια. Δεν είναι συνωμοσιολογικό αυτό που λέω. Το πιστεύω ειλικρινά ότι υπήρχε ειδικός σχεδιασμός. Φυσικά, δεν καταλάβαμε με τη μία ποιος ήταν αυτός ο ειδικός σχεδιασμός. Το βρήκαμε στην πορεία και αναλόγως τοποθετηθήκαμε μέσα στα χρόνια. Η πρώτη φορά που έχουμε οργανωμένη παρουσία Χρυσής Αυγής στις νότιες γειτονιές της Αθήνας είναι στις 31 Μαρτίου. Έχουν καλεσμένη μικροφωνική οι Λαϊκές συνελεύσεις κάτοικων στην πλατεία Καλογήρων, στην Δάφνη. Οι λαϊκές συνελεύσεις είχαν πολύ μεγάλη συμμετοχή κόσμου, σε πολλές περιπτώσεις και μεγαλύτερων ηλικιών. Συνειδητοποιούν ότι υπάρχει και μια γκρούπα φασιστών που βρίσκεται στην πλατεία Καλογήρων και σημάνει αντιφασιστικός συναγερμός. Οι δυνάμεις κινητοποιούνται όλες. Οι φασίστες κινούνται -κάποιοι και κάποιες μπορεί να το θυμούνται αυτό το περιστατικό- και η πρόθεση των χρυσαυγιτών να κάνουν μία παρέμβαση στις γειτονιές της Αθήνας, κινούμενοι από Δάφνη προς Ηλιούπολη με σκοπό να επιστρέψουν, μάλλον, στο μετρό του Αγίου Δημητρίου, εξελίσσεται σε ένα ασύλληπτο κυνηγητό στην Ηλιούπολη. Εμείς να αναζητούμε μανιωδώς που βρίσκονται, οι αναφορές να έρχονται, να τους πλησιάζουμε όλο και περισσότερο, τελικά να αποκτούμε οπτική επαφή με αυτούς στην Λεωφόρο Βουλιαγμένης. Ο τερματικός σταθμός τότε ήταν ο Άγιος Δημήτριος, πλέον τρέχουμε κατά πάνω τους και την κρίσιμη στιγμή που εκείνοι μπαίνουν στον σταθμό και πάμε κι εμείς να μπούμε από πίσω τους επεμβαίνουν οι διμοιρίες των ΜΑΤ, που μόλις έχουν φτάσει από την Αθήνα και ουσιαστικά κάνουν έναν φραγμό ότι ως εδώ. Ήταν η πρώτη φορά που είχαμε οργανωμένη χρυσαυγίτικη παρουσία στις νότιες γειτονιές της Αθήνας. Ως και τότε υπήρχαν κάτι γκρουπίτσες φασιστών, οι οποίες είχαν αντιμετωπιστεί ανά τα χρόνια με τους τρόπους τους δέοντες. Αυτό συμβαίνει τον Μάρτη του 2012, πριν την είσοδο της Χρυσής Αυγής στη Βουλή. Αμέσως μετά τις δεύτερες εκλογές -εκλογές έγιναν τον Μάιο και καπάκι τον Ιούνιο- βλέπουμε ξαφνικά ότι ανοίγουν γραφεία της Χρυσής Αυγής στην Λεωφόρο Ποσειδώνος, σε κεντρικότατο σημείο. Οι αντένες ανοίγουν. Προσπαθούμε να δούμε ποιος το κινεί το πράγμα. Μαθαίνουμε ότι κάποιος κύριος Χάρης ανοίγει τα γραφεία. 5 Οκτωβρίου του 2012, τα γραφεία ισοπεδώθηκαν. Αντιφασίστες και αντιφασίστριες παραβίασαν την είσοδο και μπήκαν μέσα, κατέστρεψαν τα γραφεία με αποτέλεσμα τα γραφεία να μεταφερθούν πάλι επί της Λεωφόρου Ποσειδώνος, δίπλα σε ένα κλαμπ, όπου οι πορτιέρηδες του κλαμπ ήταν επιφορτισμένοι να προσέχουν και τα γραφεία της Χ.Α. Υπάρχει και ένα ωραίο βιντεάκι με το πέσιμο στοyoutube.

Τον Νοέμβριο επιχειρούν να κάνουν μία πορεία στη γειτονιά των Σουρμένων. Και αυτό είναι από τα πιο εντυπωσιακά πράγματα που έχουν γίνει. Το ότι κινητοποιήθηκαν εκατοντάδες άνθρωποι από τη γειτονιά και σύντροφοι-συντρόφισσες από το κέντρο. Προσπάθησαν οι φασίστες να κινηθούν στις γειτονιές, έσπευδαν διαρκώς όσοι μπάτσοι μπορούσαν για να τους προφυλάξουν. Κινήθηκαν για πολλά χιλιόμετρα. Στην πραγματικότητα, δεν μπορούσαν να πάνε πουθενά. Έκαναν μια τεράστια πορεία από την οδό Ιασωνίδου, την Γούναρη, τη Γρ. Λαμπράκη για να καταλήξουν στην πλατεία της Γλυφάδας, εν απογνώσει οι ίδιοι. Δεν ξέραν πως να φύγουν τελικά. Υπήρχαν εκατοντάδες άτομα γύρω τους. Οι μπάτσοι τους προστάτευαν κι όταν πλέον στην πλατεία της Γλυφάδας, Σάββατο μεσημέρι… Φανταστείτε μια συνήθη εικόνα στην πλατεία της Γλυφάδας, δηλαδή στα ακριβά καταστήματα που ο κόσμος κάνει σόπινγκ, πίνουν στα ακριβά καφέ τον καφέ τους και το όλο σκηνικό εκτρέπεται όταν οι μπάτσοι κάνουν φραγμό και λένε ως εδώ, θα πάρουν το τραμ να φύγουν και τελειώνει εδώ η ιστορία. Και τους λέμε δεν τελειώνει πουθενά η ιστορία και γίνεται επίθεση στα ΜΑΤ και αρχίζουν και πέφτουν δακρυγόνα στην πλατεία της Γλυφάδας. Ένα τραγελαφικό σκηνικό. Όπως, επίσης, όταν τέθηκε το θέμα ότι κάπως είχαν έρθει στη γειτονιά αυτοί, δεν υπήρχε μετρό ακόμα, αναζητήθηκαν τα οχήματά τους, βρέθηκαν και καταστράφηκαν. Οπότε έχουμε τις πρώτες κινήσεις. Αλλά βλέπουμε ότι η Χ.Α. επιμένει να θέλει να πατήσει το πόδι στις νότιες γειτονιές της Αθήνας και αρχίζει να ξεκαθαρίζει το σκηνικό τι ακριβώς θέλει να κάνει. Θα κάνω αναγκαστικά ένα μικρό άλμα στο 2013 όταν καταλαβαίνουμε ότι η Χ.Α., ενώ για τις δημοτικές εκλογές οι επιλογές της ήταν Αθήνα και Πειραιάς, έχει κάνει ένα σχεδιασμό που προβλέπει να κατεβάσει υποψήφιους δημάρχους και δημοτικά σχήματα στο σύνολο σχεδόν των νοτίων γειτονιών. Δηλαδή, να κατεβάσει στην Ηλιούπολη, στον Άλιμο, στο Παλαιό Φάληρο και στην Γλυφάδα. Υπάρχει αμέσως κινητοποίηση δική μας σε αυτήν την κατεύθυνση, πολύ ισχυρή πίεση με αποτέλεσμα να αρχίσουν κάποιοι από αυτούς να το γυρνάνε. Συγκεκριμένα, στην Ηλιούπολη μετά από διάφορες επισκέψεις μας ο υποψήφιος δήμαρχος αναίρεσε την πρόθεση του να πολιτευτεί στον δήμο Ηλιούπολης με την Ελληνική Αυγή, όπως ήταν το όνομα των δημοτικών σχημάτων. Τότε, υπάρχει μία ομιλία του Παναγιώταρου στα γραφεία του στα νότια, που υπάρχει στη δικογραφία της Χ.Α. που λέει “αυτό που γίνεται στα νότια θα σταματήσει και όποιος θέλει ας ακολουθήσει”. Είναι ακριβώς η στιγμή που ένα μήνα μετά πραγματοποιείται η επίθεση στο Συνεργείο. Το Συνεργείο ήταν ένας κοινωνικός χώρος στην Ηλιούπολη ας το πούμε, του μικρότερου δυνατού μαχητικού αντιφασισμού. Ήταν ένας χώρος που κυρίως στέγαζε κομμάτια της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και της Αντιεξουσιαστικής Κίνησης. Ξεκινάει ένα κομβόι μηχανών από τη Νίκαια στο οποίο ηγούνται ο Λαγός και ο Μίχος για να κάνουν την επίθεση σε αυτό που οι ίδιοι θεωρούν ότι είναι το κέντρο του αντιφασισμού; Που θεωρούν ότι είναι ένας στόχος τον οποίο μπορούν να χτυπήσουν; Δεν ξέρω. Και φτάνουμε στις δημοτικές εκλογές που όντως πολιτεύονται οι χρυσαυγίτες υποψήφιοι δήμαρχοι με τα σχήματά τους. Πέρασαν πολύ άσχημα τα επόμενα χρόνια, στα σπίτια τους, στα γραφεία τους.Και στη Γλυφάδα και στον Άλιμο και στο Π. Φάληρο τα γραφεία τους χτυπήθηκαν. Στη Γλυφάδα χτυπήθηκαν με κόσμο μέσα. Στα σπίτια των υποψήφιων δημάρχων και εκλεγμένων δημοτικών συμβούλων έγιναν πάσης φύσεως επιθέσεις. Από απλές παρεμβατικές δράσεις μέχρι αναβαθμισμένες εμπρηστικές δράσεις. Οπότε, θεωρούμε ότι αυτός ο σχεδιασμός που η Χ.Α. είχε κάνει για τις νότιες γειτονιές της Αθήνας ήταν κάτι που ο κόσμος του κινήματος επέδειξε τα κατάλληλα αντανακλαστικά και το αντέκρουσε και κυρίως με μια αντίληψη, όπως λέει και ένα κεντρικό μότο του αντιφασιστικού δικτύου “δίνουμε τη μάχη στους δρόμους και τις συνειδήσεις”. Ήταν μια μάχη που ως και σήμερα, δόθηκε τόσο στους τοίχους των γειτονιών, ότι δεν υπάρχει περίπτωση ένα φασιστικό σύνθημα να μείνει γραμμένο και να μην πατηθεί μέσα σε μία δύο ημέρες, όπως δεν υπάρχει περίπτωση αυτοί να αλωνίζουν στα δημοτικά συμβούλια ή οπουδήποτε αλλού θελήσουν να κάνουν το παιχνίδι τους ή δυναμική δράση, δυναμικές απαντήσεις, κόψιμο των ποδιών τους οποτεδήποτε τολμούν να εμφανιστούν.

Αυτή είναι η αντιφασιστική εμπειρία την περίοδο για την οποία μιλάμε. Το αντιφασιστικό δίκτυο εξακολουθεί να δραστηριοποιείται και σήμερα. Ευχαριστώ πολύ.

Πολιτική βία και αναβάθμιση της καταστολής

Ταμείο: Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 υπήρξε ένας εκπληκτικός επιταχυντής ριζοσπαστικοποίησης δεκάδων συντρόφων/σσων από όλες τις τάσεις του αναρχικού κινήματος. Το 2009 είναι καταλύτης και σε αυτό το πεδίο. Όλο και περισσότερος κόσμος από το κίνημα ξεκινά να οικειοποιείται ήπια μέσα βίαιης πολιτικής σύγκρουσης. Αυξάνονται οι καταδρομικές επιθέσεις με βανδαλισμούς, με πιο ηχηρή την καταδρομική επέλαση, πάνω από 80 συντρόφων/σσων που ισοπέδωσαν το Κολωνάκι στις 13/3/2009, σε αλληλεγγύη στον αναρχικό Γιώργο Βούτση/Βογιατζή που θα δικαζόταν για ένοπλη ληστεία. Μια ενέργεια στην οποία το υπουργείο Δημόσιας Τάξης αντέδρασε σπασμωδικά, ανακοινώνοντας την ίδρυση της περιβόητης μηχανοκίνητης συμμορίας της ΔΕΛΤΑ. Δεκάδες εμπρηστικές επιθέσεις, είτε με τη μορφή μπαράζ, είτε καταδρομικά εκδηλώνονται σχεδόν καθημερινά (σε κάποιες περιπτώσεις έχουμε δύο διαφορετικά εμπρηστικά μπαράζ διαφορετικών σχηματισμών την ίδια μέρα). Πολλές από αυτές σε αστυνομικά τμήματα, σε στόχους ασφαλείας, σε προσωπικά οχήματα μπάτσων. Άλλες σε τράπεζες και οικονομικούς στόχους και σε εκπροσώπους του πολιτικού κατεστημένου. Όχι μόνο στην Αθήνα αλλά στις περισσότερες πόλεις της επικρατείας. Το Athens Ιndymedia κατακλύζεται από αναλήψεις ευθύνης κάθε ύφους, που προδίδουν την ετερογένεια τους και σε πολλές περιπτώσεις διακρίνονται και οι πολιτικές αντιθέσεις της εποχής, καθώς πολλές από τις αναλήψεις (κυρίως του αναρχομηδενιστικού ρεύματος) υιοθετούν μια αντιπολιτευτική γραμμή ως προς τον υπόλοιπο χώρο για να προωθήσουν τις θέσεις τους.

Η σφοδρότητα της κοινωνικής σύγκρουσης των χρόνων αυτών θα αποτυπωθεί και με την όξυνση της ένοπλης αντιπαράθεσης με το καθεστώς, καθώς ένοπλες οργανώσεις με παρελθόν όπως ο Επαναστατικός Αγώνας, η Λαϊκή Θέληση, και η ΕΝΕΔΡΑ θα προχωρήσουν σε μια πύκνωση της δράσης τους ενώ η Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς θα αναβαθμίσει την δραστηριότητά της και θα προχωρήσει στην τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών μικρής ισχύος αρχικά, και μεγαλύτερης στο μέλλον. Θα εμφανιστούν όμως και άλλες επωνυμίες οργανώσεων που θα αναλάβουν την ευθύνη για ένοπλες ενέργειες όπως η 6η Δεκέμβρη, η Επαναστατική Συνέχεια, η ΟΠΛΑ, η Σέχτα Επαναστατών, όπως και η οργάνωση με την επωνυμία ‘Θανάσης Κλάρας’, η οποία ανέλαβε την ευθύνη για την έκρηξη παγιδευμένου δέματος-βόμβα στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη. Από την έκρηξη σκοτώθηκε ο υπασπιστής του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, Γιώργος Βασιλάκης, ενώ σύμφωνα με τις αρχές παραλήπτης του δέματος ήταν ο ίδιος ο υπουργός.

Την κλιμάκωση της επαναστατικής δράσης, ακολούθησε η αναβάθμιση της καταστολής με τις φυλακές της χώρας να γεμίζουν. Πρωτόγνωρος για τα δεδομένα του κινήματος, αλλά και καθοριστικό για τη δημιουργία της ίδιας της δομής μας, ήταν και ο αριθμός των πολιτικών κρατουμένων: από το 2009, πενήντα πολιτικοί κρατούμενοι διώκονται για τη ριζοσπαστική τους δράση και βρίσκονται αντιμέτωποι με πολύ βαριές ποινές.

Ο τρομονόμος έχει υποστεί ήδη ριζικές αλλαγές μετά τις συλλήψεις για την 17 Νοέμβρη, ώστε να αποτελεί πλέον ένα από τα βασικότερα όπλα στην φαρέτρα των κατασταλτικών μηχανισμών. Σε μια δεύτερη αναθεώρηση του τρομονόμου, το καλοκαίρι του 2010, διευρύνεται ακόμα περισσότερο το πεδίο εφαρμογής του, εν δυνάμει και σε διαδηλωτές ή συνδικαλιστές. Στην αναβάθμιση της καταστολής εντάσσεται και η ψήφιση του ιδιώνυμου για τις κουκούλες, στοχεύοντας στην αναχαίτιση των συγκρουσιακών διαθέσεων στις πορείες. Σε πολλές υποθέσεις συντρόφων/ισσων νομικές αυθαιρεσίες λειτουργούν προς ενίσχυση του τρομονόμου. Ενδεικτικά αναφέρονται: η ποινικοποίηση φιλικών και συγγενικών σχέσεων, η ποινικοποίηση της αλληλεγγύης, η κατηγορία για συμμετοχή σε αόριστη -μη ονομαζόμενη τρομοκρατική οργάνωση. Επιπλέον, το κράτος εισαγάγει το DNA ως αυτοτελές στοιχείο ενοχής με χρονικά πρώτη την υπόθεση του αγωνιστή Άρη Σειρηνίδη.

Οι δυο μεγαλύτερες υποθέσεις που απασχόλησαν τον α/α κίνημα στην 4ετία 2009-2012 ήταν οι συλλήψεις των συντρόφων και συντροφισσών που κατηγορήθηκαν για την Ε.Ο. ΣΠΦ, με αρχή τον Σεπτέμβρη του 2009 και την εισβολή της αντιτρομοκρατικής στο σπίτι του αναρχικού Χ. Χατζημιχελάκη, στο Χαλάνδρι, και οι συλλήψεις των συντρόφων και συντροφισσών που κατηγορήθηκαν για την ένοπλη οργάνωση Επαναστατικός Αγώνας, τον Απρίλη του 2010, έναν μήνα ακριβώς μετά την δολοφονία του μέλους της οργάνωσης, του αναρχικού Λ. Φούντα.

Ξεκινώντας από την πρώτη υπόθεση θα μας μιλήσουν δύο σύντροφοι, ο Χ. Χατζημιχελάκης και ο Π. Αργυρού που συνελήφθησαν για την οργάνωση ΣΠΦ και ανέλαβαν την πολιτική ευθύνη για την συμμετοχή τους σε αυτήν.

Χάρης Χατζημιχελάκης.: Δεν θα απασχολήσω πολύ εγώ, κυρίως γιατί μου έκανε πολύ καλή εισαγωγή η συντρόφισσα. Θα πω μερικά πράγματα που έχουν να κάνουν κυρίως με το 2009, και ίσως κάποια συμπεράσματα από την αρχή αυτού που υπήρξε η αντεπίθεση του κράτους σε ένα διαρκώς διογκούμενο κίνημα. Όλα αυτά έρχονται όντως στον απόηχο του 2008, όπως ακούστηκε πολλές φορές σήμερα και από τους προηγούμενους ομιλητές. Πράγματι, η κοινωνική κατάσταση είναι ιδιαίτερα οξυμένη. Είναι ογκώδεις οι διαδηλώσεις, οι αντιστάσεις είναι πολύπλευρες, είναι σε πολλά πεδία. Ταυτόχρονα, και το ίδιο το κίνημα έρχεται από μια ανάκαμψη από το 2003 και μετά, ενώ είχε κάνει πολλά χρόνια μια μικρή κοιλιά, έτσι είναι οι περίοδοι στα κινήματα. Έχει κοιλιές, έχει ναδίρ, έχει ζενίθ. Είχε αρχίσει να παίρνει τα πάνω του ήδη από το 2003 και έχουμε φτάσει μετά το 2008 σε μια από τις πιο πυκνές και κοινωνικά, αλλά και κινηματικά πυκνές, στιγμές της ιστορίας. Συμπυκνωμένος πολιτικός χρόνος και ποιοτικά και ποσοτικά. Είναι δύσκολο για όσους δεν τη ζήσανε και ίσως να έχει και μεγαλύτερη αξία αυτή η τοποθέτηση για εκείνους. Είναι δύσκολο να το αντιληφθεί κανείς σήμερα το πόσα πράγματα συνέβαιναν και σε πόσα πεδία ταυτόχρονα. Επειδή πολλά έχουν αναπτυχθεί ήδη και θα αναπτυχθούν ξανά και έχουν ειπωθεί πολλά, σήμερα, θα κεντράρω κυρίως σε αυτό που αφορά και τις συλλήψεις τις δικές μας και τις αντάρτικες ενέργειες τέτοιου τύπου. Χαρακτηριστικά, χωρίς να μπω σε πάρα πολλές λεπτομέρειες μέσα στο 2009 έγιναν ούτε λίγο ούτε πολύ 17 ενέργειες, τις οποίες μπορούμε να κατατάξουμε στο συνολικό, στο ευρύτερο κομμάτι του ένοπλου, είτε βομβιστικές ενέργειες, είτε γαζώματα σε τμήματα, σε οχήματα καναλιού, σε μία περίπτωση και μία εκτέλεση. Μέσα σε όλα αυτά λοιπόν, μπορεί να καταλάβει κανείς ότι άμα μιλάμε για 17 ενέργειες τέτοιου τύπου μέσα σε ένα χρόνο, οι οποίες συμπληρώνονται παράλληλα από πληθώρα άλλων ενεργειών καθημερινά, πολυεπίπεδα και σε πολλούς τομείς, πόσο έντονη είναι η κοινωνική πραγματικότητα. Για να φτάσει και ένα κίνημα, το οποίο ναι μεν βρίσκεται σε μια φάση ανάπτυξης, να παράγει τέτοιο έργο με αριθμούς που θα πω ότι δεν ήταν υπερφυσικοί, δε φτάσαμε δηλαδή ποτέ στο κίνημα να μην ξέρουμε που να το χωρέσουμε, δυστυχώς, θα ήταν πολύ ευχάριστο αυτό. Καταλαβαίνει κανείς, λοιπόν, ότι η κατάσταση όντως μπορεί να χαρακτηριστεί ως έκρυθμη ή, τέλος πάντων, μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιδιάζουσα σε σχέση με τα τελευταία χρόνια και την πρόσφατη ιστορία του κινήματος μεταπολιτευτικά. Έχει μια μεγαλύτερη συνοχή, αυτό το κομμάτι της. Λοιπόν, χωρίς να αναφέρομαι συγκεκριμένα στις ενέργειες μία μία, φτάνουμε τον Σεπτέμβρη του 2009. Από τις 17 που έχω καταγράψει -μπορεί να μου έχει ξεφύγει και καμία- οι δεκατέσσερις είναι μέχρι και τις πρώτες συλλήψεις που γίνονται το 2009, και για μένα σηματοδοτούν την αρχή μιας αντεπίθεσης που το κράτος ολοκλήρωσε. Πράγματι, ίσως το 2010, ίσως και το 2011, κατέληξε σε 50 πολιτικούς κρατούμενους λίγο πολύ. Είναι πράγματι ένα βαρύ κόστος, γιατί όχι και οι 50, αλλά η πλειοψηφία εκ των 50, καθίσανε κάποια χρόνια στη φυλακή, δεν ήταν κάτι αμελητέο .Δεν ήταν οι περισσότερες περιπτώσεις ότι μπήκα για ένα μήνα και βγήκα από τη φυλακή, που δε λέω ότι είναι ευχάριστο κάτι τέτοιο, αλλά σίγουρα δεν είναι το ίδιο βάρος είτε για το κίνημα, είτε για τους ίδιους τους ανθρώπους με τις πολύχρονες καταδίκες. Τώρα για την υπόθεση στο Χαλάνδρι αυτή καθαυτή είναι οι πρώτες συλλήψεις για τη Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς. Το νήμα ξεκινάει λίγο πιο πίσω όμως, στην αρχή του 2009 και συμπτωματικά με άλλη μια ενέργεια αντάρτικου πόλης, με την ενέργεια του Ε.Α., του Επαναστατικού Αγώνα, στο υπουργείο Πολιτισμού. Τον Γενάρη, γαζώνουν τη διμοιρία των ΜΑΤ στο υπουργείο Πολιτισμού οι σύντροφοι. Ένας ΜΑΤατζής καταλήγει βαριά τραυματίας από σφαίρα καλάσνικοφ. Αυτό που γίνεται μετά από την αστυνομία είναι μια ευρύτατη επιχείρηση σε όλη την περιοχή των Εξαρχείων, αλλά και εκτός, με εισβολές σε σπίτια, με προσαγωγές, με προσαγωγές-“απαγωγές” με κουκούλα, αντιτρομοκρατική κτλ., ανθρώπων που είτε εθεάθησαν από κάμερες να βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή γύρω από το υπουργείο Πολιτισμού, ακόμα και στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, παρόμοια ώρα με τα γεγονότα, είτε ήταν ήδη στοχοποιημένοι. Έτσι, η αστυνομία μπαίνει και σε πολλά σπίτια στην περιοχή. Συμπτωματικά, σε ένα εκ των σπιτιών της περιοχής διαμένει ένας σύντροφος, μέλος της Σ.Π.Φ. Από το σπίτι αυτό περνάνε όχι μόνο σύντροφοι και συντρόφισσες που δραστηριοποιούνται στο ευρύτερο κίνημα, αλλά και άλλα μέλη της Συνωμοσίας Πυρήνων τηςΦωτιάς. Δεν βρίσκουν κάτι άμεσα ενοχοποιητικό μέσα στο σπίτι. Συγκεκριμένα, οι σύντροφοι οι οποίοι θα συλληφθούν θα πάνε για ένα πλημμέλημα στα δικαστήρια, αλλά χτυπάνε διάφορα καμπανάκια σε στελέχη της Αντιτρομοκρατικής ότι, ενδεχομένως, μέσα σε αυτό το σπίτι να υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι ασχολούνται με τον ευρύτερο χαμό που γίνεται στην Αθήνα, την εποχή εκείνη. Έτσι, λοιπόν, ξεκινάει ένα ευρύ πλέγμα παρακολουθήσεων, το οποίο δεν επικεντρώνεται, φυσικά, μόνο στους ανθρώπους αυτού του σπιτιού. Αναφέρομαι στο σπίτι αυτό, γιατί έτσι από εκεί ξεκίνησαν και φτάσανε σε εμάς, θα το συνεχίσω στην πορεία. Παρόλα αυτά απλώνεται ένα ευρύ δίκτυο παρακολουθήσεων με σκοπό να αρχίσουν να ξεδιαλύνουν το τι συμβαίνει στον ευρύτερο ανατρεπτικό χώρο εκείνη την εποχή. Στον αναρχικό κυρίως. Περνάνε αρκετοί μήνες όταν αυτό το πλέγμα παρακολουθήσεων φτάνει να αποδώσει καρπούς. Παρακολουθούσαν το σπίτι στο Χαλάνδρι, το σπίτι που έμενα. Στο σπίτι που είναι νόμιμο σπίτι, είναι σπίτι της οικογένειας μου, δεν έμενε κανείς, έμενα εγώ εκείνη την εποχή, αλλά περνούσε αρκετός κόσμος. Περνούσαν οι σύντροφοι, συντρόφισσες, περνούσαν και φίλοι, φίλες, περνούσαν άσχετοι με το άμεσο περιβάλλον του ευρύτερου ανατρεπτικού χώρου. Κάποια στιγμή, θελήσαμε λανθασμένα, φυσικά, αν δεν είναι εμφανές κάτι τέτοιο, να χρησιμοποιήσουμε το σπίτι συγκυριακά. Δεν ήταν κάτι που γινόταν κατά κανόνα, αλλά αποφασίσαμε να χρησιμοποιήσουμε το σπίτι συγκυριακά ως χώρο προετοιμασίας για μια ενέργεια που ο στόχος της ήταν εύκολο να προσεγγιστεί, ήταν στην ευρύτερη περιοχή. Αυτή η απόφαση, το να φτιάξουμε δηλαδή και να κρατήσουμε ένα μηχανισμό στο σπίτι μέσα, απέβη μοιραία. Μια μέρα πριν, κάποιος από τους ανθρώπους που κατασκεύαζαν τον μηχανισμό πέταξε κάποια σκουπίδια. Στα σκουπίδια αυτά αστυνομικοί που παρακολουθούσαν -θέλω να πω εδώ σε αυτό το σημείο, για να το κάνω ακόμα πιο βαρύ σε όλους όσους εμπλεκόμαστε σε αυτή την ιστορία, ότι δεν αγνοούσαμε τελείως το γεγονός ότι μας παρακολουθούσαν. Είχαμε δει κινήσεις ύποπτες τις οποίες για τον ένα ή άλλο λόγο, είναι πολλή μεγάλη κουβέντα για ποιους λόγους, αξιολογήσαμε ως μη επαρκείς εκείνη τη στιγμή για να αναβάλουμε αυτό που κάναμε. Οπότε ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτό κατέληξε ιδιαίτερα άσχημα. Κατέληξε με το να περιμαζεύουν κάποιοι αστυνομικοί της αντιτρομοκρατικής μερικές σακούλες με σκουπίδια, που ανάμεσα σε άλλα, είχαν και κάποια κομμένα καλώδια, να θεωρούν κάτι τέτοιο φυσικά ύποπτο και να αποφασίζουν την επόμενη μέρα, να εισβάλλουν στο σπίτι. Μετά το γεγονός, το επόμενο πρωί και ενώ το σπίτι υποτίθεται ότι είναι σε κλοιό, γίνεται άλλη μια βομβιστική ενέργεια στην οικία των Κατσέλη- Αρσένη τότε, από τη Σ.Π.Φ. Αυτό τους οδηγεί ίσως σε κάτι ακόμα πιο βιαστικό απ’ ότι θα έκαναν. Μπαίνουν μέσα στο σπίτι και σε άλλα σπίτια και ούτε λίγο ούτε πολύ καταλήγουμε με τέσσερις συλλήψεις εκείνη την εποχή. Ο ένας είμαι εγώ, ο δεύτερος είναι ο ξάδερφός μου που έμενε στο από πάνω ακριβώς σπίτι, είναι οικογενειακό σπίτι,το πατρικό του και η τότε κοπέλα του η οποία ήταν άσχετη με τον ανατρεπτικό χώρο γενικότερα. Ούτε σε πορείες δεν κατέβαινε το κορίτσι, δεν είχε σχέσημε όλα αυτά, εκεί θέλω να καταλήξω. Και ένας ακόμη σύντροφος ο Παναγιώτης Μασούρας, από το σπίτι του. Δεν συλλαμβάνεται στην οικία στο Χαλάνδρι, συλλαμβάνεται στο σπίτι του με κύριο εκείνη την στιγμή στοιχείο την μηχανή του, η οποία ήταν παρκαρισμένη στο σπίτι μου, εκτός λειτουργίας. Αυτά τα λίγα όσον αφορά το κομμάτι της σύλληψης. Μετά προφανώς ξεκινάει ένας κύκλος ιδιαίτερα μεγάλος και βαρύς. Αυτό που συμβαίνει είναι πρωτοφανές για εκείνη την εποχή. Τώρα είναι κάτι που έχουμε συνηθίσει πολύ περισσότερο, αλλά για εκείνη την εποχή είναι πρωτοφανές. Είναι και προεκλογική η περίοδος, επίσης, σε περίπτωση που ξέχασα να το αναφέρω. Στην συνέχεια, όπως επιβεβαιώθηκε, ήταν και ένας από τους λόγους που η επιχείρηση έγινε με αυτόν τον τρόπο που πήρε τέτοιες διαστάσεις και έγινε βιαστικά -κατά τους ίδιους- αυτά είναι λεγόμενα μαρτύρων εκ μέρους των μπάτσων στο δικαστήριο. Θα φτάσω και εκεί. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι βγαίνουν εντάλματα, αρχικά βγαίνουν εντάλματα για συντρόφους με μόνο στοιχείο αποτυπώματα μέσα στο σπίτι. Αποτυπώματα θέλω να τονίσω εδώ, όχι στον μηχανισμό που βρέθηκε μέσα στο σπίτι, ο οποίος παρότι βρέθηκε μέσα στο σπίτι ήταν καθαρός και από DNA και από αποτυπώματα. Επίσης, ήταν κρυμμένος, δεν ήταν σε κοινή θέα προφανώς. Βρέθηκαν όμως αποτυπώματα μέσα στο υπόλοιπο σπίτι, όπως είναι κατανοητό, στο οποίο κυκλοφορούσε κόσμος. Όσα από αυτά τα αποτυπώματα ταίριαζαν, έστω και κατά ελάχιστο στο προφίλ ανθρώπου που είναι πολιτικά δραστήριος, με οποιοδήποτε τρόπο στον ευρύτερο ανατρεπτικό-αναρχικό χώρο εκείνη την εποχή, και βρισκόταν έστω και μισό δακτυλικό στο σπίτι, το λιγότερο ήταν να σε καλέσουνε, το συνηθισμένο ήταν ότι θα σου ασκηθεί κάποια δίωξη, οι οποίες πολύ αργότερα, κάποιες από αυτές, οι πιο κραυγαλέες περιπτώσεις ότι “Α, αυτό είναι τραβηγμένο από τα μαλλιά”, κατέρρευσαν πριν φτάσουν στο δικαστήριο, κάτι που συμβαίνει σπάνια. Άλλα κατέρρευσαν πριν φτάσουν στο δικαστήριο ακόμη, ακριβώς γιατί καταλάβαιναν πόσο κραυγαλέες ήταν κάποιες από αυτές τις περιπτώσεις. Κάποιες άλλες, φτάσανε μέχρι την δίκη, αλλά συνολικά αυτό που θέλανε να πετύχουν και αυτό που πέτυχαν, ήταν να διασπείρουν ένα κλίμα τρόμου, ένα κλίμα φόβου. Να προσπαθήσουν να απομονώσουν τους αγωνιστές που βρέθηκαν πίσω από τα κάγκελα ή που θα βρισκόντουσαν τον επόμενο καιρό γιατί ακολούθησαν και άλλες συλλήψεις. Όχι μεγάλο χρονικό διάστημα μετά, νομίζω θα αναφερθεί και ο σύντροφος Παναγιώτης στη συνέχεια στα επόμενα χρόνια, στην παρανομία και στις επόμενες συλλήψεις. Όλο αυτό τονίζω προεκλογικά και όλο αυτό πολύ γρήγορα θα καταλάβει κανείς ότι γίνεται και με την οργάνωση να παραμένει ζωντανή. Δηλαδή, η οργάνωση ξαναχτυπάει και μετά τις συλλήψεις. Συγκεκριμένα, στην προεκλογική ομιλία του πρωθυπουργού Καραμανλή τότε, της Νέας Δημοκρατίας. Ακολουθούν και άλλα χτυπήματα μέσα στο ’09, και όχι μόνο από την Συνομωσία Πυρήνων της Φωτιάς. Ακολουθεί ας πούμε το γάζωμα με 100 σφαίρες του τμήματος της Αγίας Παρασκευής, λίγες μέρες αφού ανακοινώθηκε η επικήρυξη των συντρόφων που η αστυνομία ονόμασε “Ληστές με τα μαύρα”, δηλαδή των αδερφών Σεϊσίδη και του Γρηγόρη Τσιρώνη. Έχει σημασία να τρέξουμε λίγο μπροστά, παρόλο που δεν είναι στο άμεσο χρονικό διάστημα που ορίζει η ατζέντα. Να τρέξουμε λίγο στο εφετείο, ούτε καν στο πρωτόδικο δικαστήριο που αφορά το Χαλάνδρι. Στο εφετείο του Χαλανδρίου, αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καλέστηκαν κάποιοι επιπλέον μάρτυρες με πολιτικά κριτήρια από αυτούς που είχε καλέσει η έδρα. Ένας από τους μάρτυρες που προέκυψαν από την διαδικασία ότι θα έχει πληροφορίες να δώσει για την υπόθεση ήταν ο Ιωάννης Φραγκίσκος, ένα στέλεχος της αντιτρομοκρατικής. Ήταν τμηματάρχης της αντιτρομοκρατικής κατά τις συλλήψεις και υπό τον Χωριανόπουλο εκείνη την εποχή. Ο Ιωάννης Φραγκίσκος, λοιπόν, καλέστηκε και όντως το δικαστήριο έκανε δεκτή την κλήση του μάρτυρα γιατί θεώρησε, πράγματι, ότι ως τμηματάρχης της αντιτρομοκρατικής έχει να δώσει στην υπόθεση. Είχε να προσθέσει στοιχεία, έστω και σε ένα εφετειακό επίπεδο. Αυτή η προσέλευση στο δικαστήριο έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί ο Ιωάννης Φραγκίσκος εμφανίστηκε, πλέον συνταξιοδοτημένος από την αντιτρομοκρατική, ούτε λίγο ούτε πολύ ως ένας μετανοημένος μπάτσος. Το δήλωσε ο ίδιος αυτό, δεν είναι κάποιο δικό μου συμπέρασμα. Σας λέω απλά τι έχει δηλώσει ο ίδιος, ο οποίος προφανώς δυσαρεστημένος ανάμεσα σε άλλα και με την αποπομπή του μετά από εκείνες τις συλλήψεις και ενόψει του γεγονότος ότι άλλαξε η κυβέρνηση λίγο μετά, πολύ λίγο μετά, αποφάσισε να κάνει μια εκτενή ανάλυση ως αναφορά και το πως φτάσανε στο Χαλάνδρι. Έτσι ξέρουμε με σιγουριά ότι φτάσανε με αυτόν τον τρόπο. Φτάσανε, όντως, από το σπίτι στα Εξάρχεια. Ήταν κάτι που είχε συζητηθεί πολλές φορές, αλλά δεν υπήρχε ποτέ βεβαιότητα σε σχέση με αυτό. Είναι γνωστό ότι μετά από μεγάλες συλλήψεις και ειδικά σε βαριές υποθέσεις, μη θέλοντας να αποκαλύψουν τι νήμα έχουν ακολουθήσει για να φτάσουνε σε κάποιον ύποπτο ή σε κάποια σύλληψη ή οτιδήποτε, είναι πολύ συχνό το αφήγημα του ανώνυμου τηλεφωνήματος. Ένα ανώνυμο τηλεφώνημα έφτασε στην αντιτρομοκρατική, το έχουμε δει πολλές πολλές πολλές φορές, το βλέπουμε ακόμα. Ένα ανώνυμο τηλεφώνημα έφτασε στην αντιτρομοκρατική, μας είπε ότι αυτός έκανε εκείνο ή ότι ο τάδε έκανε αυτό ή ότι αυτοί εμπλέκονται με το τάδε, και αυτό καταλήγει σε συλλήψεις χωρίς ενδιάμεσα στάδια τα οποία να είναι εμφανή σε οποιονδήποτε. Αυτό το ευφυολόγημα το κατέρριψε πλήρως. Παραδέχθηκε ευθαρσώς μέσα στο δικαστήριο ότι αυτό είναι τέχνασμα. Παρεμπιπτόντως, αν κάποιος χρειαστεί ποτέ πρακτικά, υπάρχουν αυτά. Παραδέχθηκε ότι είναι τέχνασμα. Παραδέχθηκε ότι το πλέγμα παρακολουθήσεων που ξεκίνησε το ’09 κατέληξε σε αυτές τις συλλήψεις. Ούτε λίγο ούτε πολύ παραδέχθηκε ακόμη και ότι τους πιέζανε προεκλογικά στο να κινηθούνε γρήγορα. Όλα αυτά τα είπε τόσο καθαρά που έφτασε τον εισαγγελέα της έδρας, ο οποίος ήταν διακοσμητικό στοιχείο μέχρι εκείνη τη στιγμή στην υπόθεση, να καταφέρεται εναντίον του μάρτυρα. Όντας μάρτυρας αστυνομικός δεν είναι κάτι που συμβαίνει συχνά, συνήθως τους προστατεύουν αυτούς τους μάρτυρες. Κάποια στιγμή σηκώθηκε ο εισαγγελέας και άρχισε να καταφέρεται εντόνως εναντίον του για αυτά που έλεγε, προσπαθώντας να τον κόψει κιόλας. Αλλά για εμένα όλη αυτή η κατάθεση έχει πολύ ενδιαφέρον, ακόμη και ακαδημαϊκά αν ενδιαφέρεται κάποιος για τις μεθόδους που χρησιμοποιεί η αντιτρομοκρατική. Πράγματι, είναι μοναδική φορά μέχρι τώρα, δεν έχει βρεθεί κάποιος ο οποίος να ανοιχτεί τόσο πολύ για οποιουσδήποτε λόγους δικούς του. Λοιπόν, αυτό ήταν η παρένθεση. Τώρα όσον αφορά τα συμπεράσματα για να κλείσω και να δώσω και τον λόγο στον σύντροφο Παναγιώτη, εγώ θα πω ότι ήταν μια περίοδος με ήττες και νίκες. Σίγουρα δεν καταφέραμε ως πολιτικός χώρος και ως πολιτική δύναμη να την εκμεταλλευτούμε με τον καλύτερο τρόπο που θα μπορούσαμε. Τώρα αναφέρομαι όχι μόνο στο ‘09 φυσικά, αναφέρομαι σε όλη την περίοδο ‘09-‘12. Ξεφεύγω λίγο από το αυστηρό πλαίσιο της υπόθεσης της δικιάς μας και του Χαλανδρίου συγκεκριμένα. Νομίζω ότι όλη αυτή η κατάσταση η οποία περιγράφηκε και από τους προηγούμενους ομιλητές και όλη η κατάσταση την οποία θυμούνται πολλοί από εδώ μέσα εκείνα τα χρόνια, συνηγορεί στο γεγονός ότι είχαμε μια ευκαιρία την οποία δεν εκμεταλλευτήκαμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Η κουβέντα του γιατί δεν την εκμεταλλευτήκαμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο είναι, πράγματι, πολύ μεγάλη. Δεν μπορώ, και ούτε θέλω, να την ανοίξω τώρα αναλυτικά. Θέλω να σταθώ σε 2 πράγματα επιγραμματικά τελείως. Για εμένα πολύ σημαντικό ρόλο στην αδυναμία μας να εκμεταλλευτούμε την συγκυρία του ‘09-‘12 σωστά είναι η έλλειψη πολιτικού σχεδιασμού, ενδεχομένως και κεντρικού. Είναι η έλλειψη συγκεκριμένης στοχοθεσίας. Αυτά, παρεμπιπτόντως, έρχονται σε αντίθεση με πολλά από όσα έλεγα τότε, δεν λέω ότι είναι κάτι το οποίο γνώριζα από τότε και γιατί δεν το κάνατε οι υπόλοιποι. Το λέω πρώτα για εμένα, να το τονίσω αυτό, δεν είναι μομφή. Και για να το εξηγήσω ακόμη περισσότερο αυτό που λέω. Το δεύτερο σκέλος είναι ότι, δυστυχώς, αναλωθήκαμε όλοι και βάζω πάλι εμένα πρώτα, γιατί είναι συγκεκριμένα τέτοιας φύσεως το δεύτερο αντικείμενο, με το να τρωγόμαστε μεταξύ μας, με εσωτερικές έριδες, με πολυδιασπάσεις και αποτύχαμε στο να γίνουμε κάτι καλύτερο, κάτι μεγαλύτερο, κάτι πιο συγκροτημένο, κάτι πιο επικίνδυνο. Αυτά είχα να πω εγώ, ελπίζω να μην κούρασα, θα μιλήσει ο σύντροφος Παναγιώτης για τα επόμενα χρόνια.

Παναγιώτης Αργυρού: Ανήκω σε μια γενιά που είχε την τύχη -ή την ατυχία, όπως το δει κανείς- να διανύσει την πολιτική της εφηβεία στα ταραγμένα πολιτικά νερά της περιόδου 2004-2009. Το επίπεδο της κοινωνικής πάλης των χρόνων αυτών, και η ένταση με την οποία αυτή εκτυλίχθηκε, ήταν τέτοια ώστε πολλά άτομα της ηλικίας μου και της γενιάς μου γενικότερα, να αναπτύξουν μια συνωμοτική δραστηριότητα που ξεκίνησε με αντάρτικο πόλης χαμηλής έντασης (εμπρηστικές επιθέσεις) για να εξελιχθεί σε ένοπλη δράση.

Προσωπικά μιλώντας σε κάτι λιγότερο από πέντε ημερολογιακά έτη κάπου στην ηλικία των 19-20, κατέληξα να βρεθώ καταζητούμενος στις 23/09/2009, για τη συμμετοχή μου στην οργάνωση Συνωμοσία Πυρήνων της Φωτιάς, ένα καθεστώς που κράτησε περίπου 1,5 χρόνο, για να ακολουθήσει η σύλληψη μου τη 1ηΝοέμβρη του 2010, για τη γνωστή υπόθεση των δεμάτων σε πρεσβείες, διπλωματικές αποστολές σε εσωτερικό και εξωτερικό και σε Ευρωπαίους ηγέτες που πρωταγωνίστησαν στις εξελίξεις που έθεσαν το ελληνικό κράτος σε καθεστώς πτώχευσης και οικονομικής εποπτείας. Από ‘κει και ύστερα, ακολούθησε μια δικαστική οδύσσεια που κράτησε κοντά εννιά χρόνια με το διάστημα αυτό, προφανώς, να παραμένω σε αιχμαλωσία μέχρι και τον Απρίλιο του 2019, όπου και κατέστη εφικτή η υφ’ όρων απόλυση μου.

Το διάστημα που προηγήθηκε της φυγοδικίας μου, όπως προανέφερα ήταν το έντονο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον της τετραετίας 2004-2008, στην οποία συμπυκνώθηκαν όλες οι αντιφάσεις της ελληνικής μεταπολίτευσης. Η σύζευξη σοσιαλδημοκρατίας και νεοφιλελευθερισμού στον ένα πόλο του δικομματισμού (ΠΑΣΟΚ) και η σύζευξη λαϊκής δεξιάς/νεοφιλελευθερισμού στον άλλο πόλο (ΝΔ), καθώς και η ύπαρξη μιας συνθηκολογημένης (εξωκοινοβουλευτικής και μη) από το 1974 και μετά, χάρη στην πολιτική αμνηστία που δόθηκε μετά τη Χούντα, έχει δημιουργήσει ένα πολιτικό σκηνικό ακραίας πολιτικής και κοινωνικής διαφθοράς. Νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική εξουσία εμπλέκονται διαρκώς σε κάθε είδους σκάνδαλα, χωρίς κανένα πρόσχημα ισονομίας και χωρίς καμία πολιτική δύναμη της αντιπολίτευσης να μπορεί ή να θέλει να κάνει οποιονδήποτε ανένδοτο, έστω και προσχηματικά. Οι μεταναστευτικές ροές από τα Βαλκάνια και τις χώρες του ανατολικού μπλοκ δημιουργούν καθοριστικές ταξικές μετατοπίσεις, τοποθετώντας στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας ένα υποκείμενο χωρίς τη δυνατότητα εύκολης και γρήγορης ενσωμάτωσης, άρα καταδικασμένο να μείνει στην εξαθλίωση και την δεινή οικονομική εκμετάλλευση. Ως αποτέλεσμα, ο παραγωγικός τομέας στα αστικά κέντρα και την επαρχία θα στηριχθεί σχεδόν εξ ολοκλήρου στο δυναμικό αυτό, δίνοντας την ευκαιρία σε περισσότερα κοινωνικά κομμάτια με εντοπιότητα να ανέλθουν ακόμα και πολλές βαθμίδες στην ταξική ιεραρχία και να αφομοιώσουν πλήρως την κυρίαρχη ιδεολογία. Καθώς οι οικονομικοί δείκτες ανεβαίνουν, και το ελληνικό οικονομικό θαύμα αρχίζει να γίνεται γεγονός και να προκαλεί φρενίτιδα και ενθουσιασμό και μια ατμόσφαιρα ενός μεγάλου πάρτυ (ειδικά εκεί προς το 2004), τόσο πιο μασίφ γίνεται το στρατόπεδο που αφομοιώνει και αναπαράγει αυτήν την κυρίαρχη ιδεολογία.

Με δεδομένο το παραπάνω άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο και με δεδομένη επίσης τη συνθηκολόγηση της αριστεράς ήδη από το 1974 -με εξαίρεση τις ένοπλες κομμουνιστικές οργανώσεις και τα ελάχιστα σχήματα της αριστεράς που δεν ακολούθησαν το ρεβιζιονιστικό ρεύμα- το πολιτικό σύστημα νιώθει άτρωτο και η καταστολή σε όλα τα επίπεδα είναι ακραία. Η αστυνομία ξυλοκοπάει, βασανίζει και εκτελεί στη μέση του δρόμου όλο και πιο συχνά. Οι διαδηλώσεις χτυπιούνται βάναυσα, είτε με αφορμή ταραχές, είτε και χωρίς αφορμή. Ο αναρχικός χώρος με όλες του τις ανεπάρκειες, τις ελλείψεις και τις δομικές του παθογένειες φαίνεται ο μόνος που σηκώνει ψηλά τον πήχη του κοινωνικού ανταγωνισμού, αν και μακριά πολύ από τα εργασιακά και συνδικαλιστικά πεδία όπου κυριαρχούν άλλες δυνάμεις. Έτσι, συχνά δίνεται η εντύπωση ότι παλεύει μόνος του, μιλώντας για ζητήματα που δε φαίνεται να απασχολούν κανέναν άλλο, σηκώνοντας πολύ βαρύ φορτίο στις πλάτες του και πληρώνοντας μεγάλο κόστος καταστολής, χωρίς καμία ουσιαστική αλληλεγγύη από εξώτερες δυνάμεις.

Αυτό το ιδιαίτερο κοινωνικό υπόβαθρο δημιουργούσε ένα συνολικό καθεστώς ζόφου και ασφυξίας για οποιοδήποτε νέο άνθρωπο μπορεί να είχε ρομαντικά όνειρα και αξίες, τα οποία τον έκαναν να αδυνατεί να αναπνεύσει στις συνθήκες αυτές. Κάπως έτσι έγινε πιο εύκολο για πολλά άτομα της εποχής μου να υιοθετήσουν την ιδέα της εξέγερσης, ως μια πιο υπαρξιακή κατάσταση. Ως την άρνηση να ζήσουμε την εποχή μας σαν σκλάβοι, την άρνηση να αποδεχθούμε σαν όρο ζωής την ηθική και υπαρξιακή κενότητα, την πνευματική μιζέρια και την κοινωνική αλλοτρίωση. Για μας η εξέγερση έγινε τρόπος ζωής στο σήμερα και το τώρα, μακριά από κάθε είδους συμβάσεις και συνδιαλλαγές. Κάθε μικρό ή μεγάλο μας χτύπημα ήταν μια ελάχιστη αντεκδίκηση για την άθλια και συμβιβασμένη ζωή που μας προόριζαν. Ήταν η απαιτούμενη δόση οξυγόνου για να αναπνεύσουμε μέσα στο υπαρξιακό κενό που νιώθαμε να μας καταπίνει. Για αυτό και ριχτήκαμε ολότελα στη φωτιά χωρίς πολλή σκέψη και σπουδή. Ελάχιστα μας ενδιέφερε τότε το μέλλον, για αυτό και ελάχιστα δίναμε βάση σε πράγματα που θεωρούσαμε πολυτέλειες τότε, όπως σοβαρή οργάνωση και επιμελητεία, και για αυτό επίσης πληρώσαμε και πολύ βαρύ τίμημα. Οι συλλήψεις και οι παρανομίες δεν άργησαν πολύ να έρθουν, και στα χρόνια που ακολούθησαν οι διαρκείς καταδικαστικές αποφάσεις, η μία μετά την άλλη, πρόσθεταν δεκαετίες φυλακής πάνω μας προκειμένου να τιμωρήσουν την ύβρη μας να αψηφήσουμε ένα τόσο αδίστακτο σύστημα εξουσίας και καταπίεσης.

Παρόλα αυτά θα έλεγα πως η εμπειρία αυτή προέκυψε μέσα σε μια συγκεκριμένη εποχή και οι επιλογές μας, οι επιλογές μιας ολόκληρης γενιάς σχεδόν, ήταν σαφέστατα προϊόν της εποχής αυτής. Η δική μας ανταρσία, όσο κι αν σημειολογικά πήρε τα χαρακτηριστικά μιας ολομέτωπης επίθεσης στην δική μας Belle Époque, δεν έγινε μέσα σε κενό, αλλά σε συνθήκες γενικής τότε όξυνσης της κοινωνικής πάλης σε όλα, σχεδόν, τα επίπεδα. Για αυτό παρά τις οποιεσδήποτε ιδεολογικές ιδιαιτερότητες, αυτό που περισσότερο έχει αξία να συγκρατήσει κανείς, αν μελετήσει εκείνο το χρονικό διάστημα, είναι το πλούσιο ψηφιδωτό της κοινωνικής σύγκρουσης την περίοδο 2009-2012 στην μεγάλη του εικόνα.

Αυτή η εποχή θα μείνει σίγουρα αλησμόνητη σε πολλούς ανθρώπους για τη βιαιότητα που την χαρακτήρισε. Μια βιαιότητα η οποία σε πολλά επίπεδα ταρακούνησε το ίδιο το πολιτικό σύστημα με αποτέλεσμα ορατό τον κίνδυνο σοβαρής εκτροπής προς πάσα κατεύθυνση. Μια βιαιότητα, όμως, που κάποιοι άνθρωποι τη βιώσαν στον πετσί τους και στη ψυχή τους την ίδια. Αυτά τα τέσσερα χρόνια φάνηκαν σίγουρα πολλά όρια, και πολλές αδυναμίες φάνηκαν, όμως, και πολλά ξεπεράσματα και υπερβάσεις.

Με όλες τις ιδιαιτερότητες της λοιπόν μπορώ να πω ότι και η δική μου εμπειρία, και αυτή πολλών της γενιάς μου, δε γίνεται να ιδωθεί ξεκομμένα από αυτές δεκάδων άλλων συντρόφων και συντροφισσών, που κάτω από τις δικές τους σημαίες και επιλογές έδωσαν τον δικό τους αγώνα μέσα στην κοιλιά του κτήνους για ελευθερία και ανεξαρτησία από τα δεσμά κάθε καταπίεσης.

Μοιραία οι μνήμες από τέτοιες εποχές μένουν στη μνήμη πολύ καθαρά και σχηματίζουν εικόνες με τη δύναμη να μη ξεθωριάζουν στο χρόνο. Εικόνες που φέρνουν πλημμυρίδα συναισθημάτων, πολλές φορές αντιφατικών μεταξύ τους. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές που συχνά ανακαλώ είναι αυτή στην οποία διάφοροι καταζητούμενοι βρισκόμαστε κρυμμένοι σε ένα άθλιο διαμέρισμα της Βαρκελώνης το 2010, ασφαλείς για την ώρα από το κυνηγητό των ελληνικών διωκτικών αρχών, απολαμβάνοντας κάποιες ανέμελες στιγμές. Είναι τότε που μαθαίνουμε για την κατασταλτική επιχείρηση των Χιλιανών αρχών εναντίον δεκατεσσάρων συντρόφων/σσων για τη γνωστή υπόθεση της ΧιλήςCasobomba. Οι εικόνες με τα συντρόφια να μεταφέρονται σιδηροδέσμια από τις ειδικές δυνάμεις, οι ηλικίες τους που ήταν τόσο κοντινές στις δικές μας, καθώς και η υπερήφανη και αξιοπρεπής στάση τους φτύνοντας και βρίζοντας τους δημοσιογράφους έσφιξε την καρδιά μας. Μας έφερε αρκετούς μήνες πίσω να βλέπουμε τα ίδια πλάνα με αφορμή τις συλλήψεις στο Χαλάνδρι. Δεν χρειάστηκε να ειπωθούν πολλά. Μερικά βλέμματα, λιγότερα λόγια, μια υπόσχεση: θα απαντήσουμε. Η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει…

Επόμενο καρέ 1ηΝοέμβρη 2010, η μέρα που ξεκινήσαμε τη διεθνή εκστρατεία αλληλεγγύης σε αναρχικούς κρατούμενους/ες και ταυτόχρονα η τελευταία μέρα παρανομίας και ελευθερίας πριν ακολουθήσουν 8,5 χρόνια εγκλεισμού. Όσο λοιπόν ήμουν καθηλωμένος στο έδαφος και περικυκλωμένος από αρκετές ομάδες ΔΙΑΣ γύρω μου, και σιγά σιγά αντιλαμβανόμουν ότι το ωραίο κομμάτι του ταξιδιού κάπου εδώ τελειώνει και ότι έχει έρθει ή ώρα να αποβιβαστώ από το μικρό κουρσάρικο μας με το οποίο κυνηγούσαμε τα πιο άγρια και λεύτερα όνειρα μας, τολμώ να πω ότι στο μυαλό μου σαν σε ταινία γύρισα σε αυτό το διαμέρισμα στη Βαρκελώνη, και η σκέψη για το πως μια στιγμή κρίνει μια ολόκληρη ζωή με έβαλε σε αμφιβολίες για το αν τελικά άξιζε τον κόπο. Σήμερα 14 χρόνια μετά όταν σκέφτομαι αυτή τη μέρα απλά χαμογελάω. Ήταν από τις πιο όμορφες της ζωή μου.

Ερώτηση σε Παναγιώτη:Θα ήθελα να θέσω ένα ερώτημα, παρόλο το βάθος και το βάρος της συγκινησιακής φόρτισης της προηγούμενης τοποθέτησης. Το ανέφερα και όταν προλόγιζα τους συντρόφους που συνελήφθησαν και ανέλαβαν την ευθύνη για τη Συνωμοσία. Σε πολλές περιπτώσεις εκείνη την εποχής και με τη Συνωμοσία στην πρώτη γραμμή σε αυτή την τάση, είδαμε ότι χρησιμοποιήθηκαν οι αναλήψεις ευθύνης, το δημόσιο πεδίο ως κριτική στο κίνημα. Σκληρή κριτική πολλές φορές, κάποιες λίγες φορές και στα όρια της πολεμικής, στο εσωτερικό του κινήματος. Αυτό γινόταν από ένα κομμάτι πιο πολύ της αναρχομηδενιστικής τάσης, κάτι που εξέφραζε και η Σ.Π.Φ. Θεωρείτε ότι αυτό ήταν κάτι που ήταν προωθητικό, ήταν κάτι που δίχασε, κάτι που πρόσφερε κινηματικά, που πόλωσε; Ήταν ένα ζήτημα που απασχόλησε εκείνη τη χρονική περίοδο. Με έναν τρόπο ο Χάρης νομίζω αναφέρθηκε εμμέσως σε αυτό πριν, αλλά έκανα λίγο την ερώτηση πιο πολύ ξεκάθαρη.

Παναγιώτης Αργυρού: Νομίζω πως είναι αυτονόητο πως de facto πόλωσε. Αλλά, έτσι κι αλλιώς, όταν η πόλωση φτάνει και σε ένα τόσο κεντρικό πολιτικό επίπεδο αντιπολίτευσης είναι μια αντανάκλαση της πόλωσης που υπάρχει ήδη εντός του κινήματος. Σχετικά, με το αν είναι δόκιμο ή όχι να λαμβάνει μια τέτοια μορφή, μάλλον δεν είναι. Δεν είναι και πρωτοφανές σαν πρακτική εξάλλου. Παρόμοια παραδείγματα μπορούμε να δούμε πολλά στο παρελθόν, από ένοπλες οργανώσεις να ασκούν μέσω των αναλήψεων ευθύνης αντιπολίτευση, είτε προς το κίνημα, είτε και ως προς άλλες οργανώσεις. Ενδεικτικά, να αναφέρω μια από τις πιο σημαντικές, που πάντα μου έκανε εντύπωση, είναι η ενέργεια στηνAEG, όπου σε συμπλοκή με τους μπάτσους σκοτώθηκε ο Χρήστος Κασίμης. Και ως προς αυτό υπήρχε, δηλαδή, δημοσίευση προκήρυξης από τη 17 Νοέμβρη, που ασκούσε κριτική για τις επιχειρησιακές αστοχίες της δράσης, ενώ υπήρχε ένας νεκρός. Είναι η περίπτωση του εμπρησμού των πολυκαταστημάτων ΜΙΝΙΟΝ Κατράντζος, που είχαν εισπράξει σφοδρή αντιπολίτευση από άλλες ένοπλες οργανώσεις. Σίγουρα, δεν ήταν σε αυτόν τον βαθμό που είδαμε εκείνα τα χρόνια. Αυτό ήταν πρωτοφανές ομολογουμένως. Σίγουρα, δεν είναι δόκιμο, αλλά ως ένα βαθμό μπορώ να πω ότι είναι τέκνο της εποχής της ίδιας. Οφείλει να μας προβληματίζει όταν ανατρέχουμε πίσω και τα κοιτάμε και τα διαβάζουμε. Δεν προσφέρεται για εύκολα συμπεράσματα και για εύκολη ανάγνωση. Αντανακλούν δομικές παθογένειες των κινημάτων, που σε πολλές περιπτώσεις και τώρα και πολύ παλαιότερα και ακόμα και σήμερα μπορώ να πω, δημιουργούν διχασμό, δημιουργούν εντάσεις, δημιουργούν αντιπαραθέσεις. Δεν ξέρω αν υπάρχει κάποια ακριβής συνταγή για το ξεπέρασμα αυτών των παθογενειών. Το να τις μελετάμε και να τις κατανοούμε σίγουρα πάντως είναι κάποιο όφελος.

Ταμείο: Αυτή η περίοδος διακρίνεται από πάρα πολλούς συντρόφους και συντρόφισσες, ξεπερνούν τον αριθμό των 20, που για μεγαλύτερο ή μικρότερο διάστημα βρέθηκαν σε καθεστώς παρανομίας, από διαφορετικές συνθήκες και καταβολές. Δεν υπήρξαν μόνοι τους. Υπήρξαν σύντροφοι κ συντρόφισσες που τους βοήθησαν και πλήρωσαν οι ίδιοι/ες το τίμημα της καταστολής με μικρότερο ή μεγαλύτερο κόστος. Για αυτές τις εμπειρίες βρίσκονται εδώ οι σύντροφοι Γ. Μιχαηλίδης, που στοχοποιήθηκε και κατηγορήθηκε για την έμπρακτη αλληλεγγύη του στην ΣΠΦ και ο Πολύκαρπος Γεωγιάδης, που φυλακίστηκε για την έμπρακτη αλληλεγγύη του στον δραπέτη Β .Παλαιοκώστα.

Γιάννης Μιχαηλίδης: Καταρχάς θέλω να ευχαριστήσω το εγχείρημα του Ταμείου, για την τιμή που μου έκανε να με καλέσει να τοποθετηθώ στην εκδήλωση αυτή. Προφανώς, θέλω να το ευχαριστήσω από την καρδιά μου, για όλα αυτά τα χρόνια που με στήριξε και θέλω να πω για μια ακόμη φορά ότι αποτελεί για μένα μια δομή πρότυπο. Ακριβώς, γιατί έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια ειδική πραγματικότητα στήριξης, δηλαδή να έχει μια πρακτική άμεση χρησιμότητα, με βάση ακριβώς τον πολυσυλλεκτικό του χαρακτήρα και όχι μια ιδεολογική επίπλαστη συνοχή. Και βάση αυτού, να διατηρήσει όλα αυτά τα χρόνια τον χαρακτήρα του και να συνεχίσει μέχρι και σήμερα να είναι ζωντανό και να καταφέρνει σε μια εκδήλωση, όπως αυτή, να συγκεντρώνει τόσο κόσμο.

Όσον αφορά το ζήτημα για το οποίο κλήθηκα να τοποθετηθώ, ποτέ στην περίπτωση μου το έναυσμα ώστε να ξεκινήσω να δέχομαι τις συνέπειες της καταστολής στο πρόσωπό μου, όπως αναλύθηκε και πριν, δεν ήταν μια καταστολή που στόχευε εμένα, αλλά γενικότερα αυτό που έψαχνε το κράτος, ήταν ένας τρόπος να καταστείλει όλο το πολύμορφο εκείνο μωσαϊκό δράσεων και αμφισβητήσεων εναντίον του εκείνη την περίοδο. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, προφανώς, το βασικό εργαλείο ήταν ο φόβος. Ακριβώς, ο φόβος θα κρατήσει όσους ανθρώπους ξεκινούν να το αμφισβητούν από το να δράσουν εναντίον του, να διαδώσουν τις θέσεις τους.

Σε αυτά τα πλαίσια, λοιπόν, ξεκινάει και η κατασταλτική εκστρατεία απέναντι σε αυτούς που το κράτος θεωρεί αιχμή της αντίστασης και πιστεύω όχι τυχαία. Οι αναλυτές, οι πανεπιστημιακοί, ταthinktankπίσω από τις κατασταλτικές εκστρατείες των πολιτικών εντολών, έχουν συνειδητοποιήσει, ότι ουσιαστικά μια ριζοσπαστική δράση, μια δράση που αμφισβητεί έμπρακτα τους νόμους, είναι αυτή που στο τέλος έχει τη μεγαλύτερη δυναμική και απήχηση και μέσα στην κοινωνία για την αποσταθεροποίηση τουstatusquoπου υπάρχει αυτή τη στιγμή. Για αυτό, λοιπόν, προφανώς και μέσα στο πλαίσιο εκείνης της περιόδου με όλες αυτές τις δράσεις που είχαν γίνει και ειπώθηκαν πριν, υπάρχει και μια ευρύτερη καταστολή, που οδηγεί κάποιους ανθρώπους απευθείας στη φυλακή και κάποιους να τρέχουν τελευταία στιγμή να γλιτώσουν από τα δίχτυα και να βρίσκονται καταζητούμενοι. Προφανώς, αυτή η συνθήκη ακριβώς, το να επιλέγεις να πεις ότι δεν θα πάω να παραδοθώ, να δικαστώ, δεν θα κάτσω να με συλλάβουν, δεν θα αποδεχτώ αυτή τη συνθήκη και αμφισβητώ τον θεσμό της φυλακής έχει μια τεράστια αξία και αποτελεί ένα συμβολισμό από μόνη της, και ακριβώς για αυτό τον λόγο και χτυπιέται πολύ σκληρά και με πάρα πολλούς πόρους. Γνωρίζουμε τι πόρους διαθέτουν για να χτυπήσουν ανθρώπους που καταζητούνται, για να μπορέσουν να τους εντοπίσουν και πόσες εργατοώρες δαπανούν οι αστυνομικοί. Άρα, λοιπόν, είναι και ένα κρίσιμο στοίχημα, όχι μόνο προσωπικό στη βάση διαπροσωπικών σχέσεων, που ούτως ή άλλως έχουμε, το να στηρίξουμε τους ανθρώπους που έχουν κάνει αυτή την επιλογή. Έτσι το αντιλαμβανόμουν και τότε, πολλά μπορεί να έχουν αλλάξει στις πεποιθήσεις μου, αλλά αυτό σίγουρα δεν έχει αλλάξει. Είναι ένα πάρα πολύ κρίσιμο στοίχημα, και φυσικά όταν κάποιοι σύντροφοί μου κοντινοί ή μη, βρέθηκαν σε μία τέτοια συνθήκη και είχα τη δυνατότητα να προσπαθήσω να βοηθήσω είτε εγώ, είτε και άλλοι σύντροφοι συλλογικά, προφανώς και επιλέξαμε να το κάνουμε. Κάτι το οποίο, προφανώς, είχε τις συνέπειες του, να βρεθούμε δηλαδή αργότερα και εμείς στη θέση τους, πρώτα στην παρανομία και μετά στη φυλακή. Αυτό το πράγμα δεν είχε σαν βάση μια πολιτική συμφωνία 100%. Ήταν δηλαδή μια πολιτική σύγκλιση στα πλαίσια της αναρχικής δράσης. Δεν είχε δηλαδή την λογική ότι έχουμε την ίδια πολιτική ταυτότητα. Και θεωρώ ότι ακριβώς σε τέτοιες συνθήκες δεν πρέπει να τίθεται αυτή η βάση. Να μην μπαίνει, δηλαδή, ποτέ πάνω από την επαναστατική αλληλεγγύη, η όποια “μικροπολιτική στόχευση”. Να μην μπαίνει πρώτη η δική μου πολιτική ατζέντα. Αν σκεφτόμαστε έτσι, προφανώς όλων μας οι πολιτικές ατζέντες θα είναι χαμένες αν βρεθούμε σε μια τέτοια πολιτική συνθήκη. Πρέπει να σκεφτόμαστε με συλλογικούς όρους όταν βρισκόμαστε απέναντι στον εχθρό. Και όταν βλέπουμε πως ο εχθρός επενδύει να καταστείλει και να χτυπήσει ό,τι στρέφεται τόσο δυναμικά εναντίον του. Σε αυτά τα πλαίσια λοιπόν, μπορώ να εξηγήσω την τότε μου στάση και θέλω να πω ότι αντίστοιχα υπήρξαν και άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι στήριξαν εμάς, όταν αντιστοίχως βρεθήκαμε σε τέτοια κατάσταση, και αυτό ήταν πάρα πολύ σημαντικό και σε προσωπικό επίπεδο και σε πολιτικό.

Και πέρα από τα θετικά, προφανώς, να μιλήσω για την μεγάλη έλλειψη, ότι φυσικά, όπως σε όλους τους τομείς, το κίνημα, ο χώρος, όπως θέλει να το ονομάσει κανείς, έχει τις ελλείψεις του. Προφανώς το ότι είμαστε καθηλωμένοι σε αυτό το σημείο σημαίνει ότι έχουμε ελλείψεις σε πολλά επίπεδα, έτσι και σε αυτό υπάρχει το ζήτημα της οργανωτικής ανεπάρκειας. Ότι, δηλαδή, δεν έχει τεθεί σαν ζήτημα μια συλλογική βάση, η οποία κινείται και εκτός των ανθρώπων που βιώνουν μια τέτοια κατάσταση. Ως μια βάση αλληλεγγύης στο πώς θα στηρίζονται, πέραν του οικονομικού, που είναι ένας πολύ σημαντικός πόρος, αλλά πέραν αυτού, δεν έχει τεθεί σε μια δημόσια πολιτική βάση, δημόσια. Ότι δηλαδή, αν υπάρχει η δυνατότητα να στηρίξουν ανθρώπους όταν βρεθούν σε μια τέτοια κατάσταση. Όλα αυτά δεν γίνονται, ούτε δημόσια, αλλά ούτε και υπογείως, κάτι που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο. Με αποτέλεσμα, φυσικά, όταν κάποιος σύντροφος βρεθεί σε αυτή την κατάσταση να ξεκινάει εκ του μηδενός, να τα βρίσκει δύσκολα.

Πολύκαρπος Γεωργιάδης: Πριν ξεκινήσω τη δική μου μικρή εισήγηση, θέλω να κάνουμε μια ειδική μνεία σε έναν πολύ ιδιαίτερο σύντροφο, ο οποίος πέθανε πριν από λίγες ημέρες. Είναι ο Αλφρέντο Μπονάνο, πρακτικός και θεωρητικός ενός ρεύματος του εξεγερσιακού αναρχισμού. Είχαμε την τύχη, πολλοί σύντροφοι να τον γνωρίσουμε στις φυλακές Κορυδαλλού, όταν βρέθηκε εκεί μετά τη σύλληψη του συντρόφου Χρήστου Στρατηγόπουλου για ληστεία τράπεζας. Ο Αλφρέντο συνελήφθη ως συνεργός του Χρήστου Στρατηγόπουλου. Παρά τις όποιες διαφωνίες που είχαμε σε θεωρητικό επίπεδο, είχαμε κάνει πάρα πολλές γόνιμες κουβέντες στο προαύλιο των φυλακών Κορυδαλλού. Εκεί μου είχε πει μάλιστα ότι είχε δράσει και κατά την περίοδο της δικτατορίας στην Ελλάδα. Υπάρχει υλικό στα ιταλικά για αυτή του τη δράση και σιγά σιγά ευελπιστούμε να γίνει γνωστό και εδώ στην Ελλάδα.

Πέρα από αυτό, εγώ θα ήθελα βεβαίως να συμμετέχω στο πρώτο σκέλος της κουβέντας, σε όσα ενδιαφέροντα είπαν και ο Δήμος και ο Κώστας. Ήθελα να ζήσω εκείνες τις εμπειρίες. Βέβαια, η αστυνομία είχε άλλη γνώμη. Στις 20 Αυγούστου του 2008, τα ΕΚΑΜ με συνέλαβαν μαζί με το Βασίλη Παλαιοκώστα στη Σουρωτή, έξω από τη Θεσσαλονίκη. Ο Βασίλης ήταν ήδη δραπέτης από τον Ιούνιο του 2006, αν θυμάμαι καλά. Είχε απευθυνθεί σε εμένα και σε κάποιους άλλους ανθρώπους, ώστε να του παρέχουμε βοήθεια. Λίγο καιρό πριν είχε παραβιάσει την άδεια του και ένας άλλος πολύ ιδιαίτερος σύντροφος, ο Σπύρος Δραβίλας, ο οποίος χρόνια αργότερα, περικυκλωμένος από τις δυνάμεις καταστολής, προτίμησε να αυτοκτονήσει παρά να βρεθεί στη φυλακή. Ο Σπύρος συμμετείχε στην επιχείρηση απόδρασης του Βασίλη το 2006. Το 2008, δυστυχώς, μας συνέλαβαν. Φυσικά, ο Βασίλης Παλαιοκώστας το Φεβρουάριο του 2009, με τον ίδιο τρόπο, πάλι με ελικόπτερο, παρέα με τον Αλκέτ Ριζάι, φύγανε και είναι ευτυχώς ακόμα ελεύθερος.

Τώρα σε σχέση την περίοδο, με την οποία ασχολείται η ατζέντα, μιλάμε για μια πάρα πολύ ειδική περίοδο, όπου η προωθητική δύναμη της εξέγερσης του Δεκέμβρη δεν έχει τελειώσει ακόμα. Έχει καύσιμα ακόμα να δώσει ο Δεκέμβρης. Ταυτόχρονα, το ελληνικό κράτος βρίσκεται υπό καθεστώς ελεγχόμενης χρεοκοπίας, εντάσσεται στην λεγόμενη μνημονιακή περίοδο. Γίνεται το PSI το 2011, μεταβάλλεται η δομή του χρέους και μιλάμε για μια καταιγιστική επίθεση εναντίον των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, εναντίον των εργαζομένων και των φτωχότερων κοινωνικών στρωμάτων. Αυτή η καταιγιστική επίθεση συνοδεύεται από μια γενικότερη απονομιμοποίηση του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα των παραδοσιακών κομμάτων. Μιλάμε για την καθίζηση του ΠΑΣΟΚ και για την πάρα πολύ μεγάλη συρρίκνωση της Νέας Δημοκρατίας.

Ταυτόχρονα, όλη η δυναμική, η οποία εκφράστηκε μέσα από τις μαχητικές διαδηλώσεις του 2010-2012, αυτό που λέμε αντιμνημονιακές ταραχές, όλη αυτή η δυναμική από το 2012 και μετά, ενσωματώνεται είτε σε μια σοσιαλδημοκρατική κατεύθυνση, είτε σε μια, ακόμα χειρότερα, ακροδεξιά κατεύθυνση. Δεν μιλάμε μόνο για το 7% της Χρυσής Αυγής, που κατά τη γνώμη μου δεν έχει κάποια σχέση αυτό το 7% με το κίνημα των πλατειών ή οτιδήποτε. Μπορεί να κάνω και λάθος γιατί δεν τα έζησα εκείνα τα γεγονότα. Μιλάμε και για άλλες δυνάμεις, όπως είναι οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, που ήταν η ακροδεξιά πτέρυγα της Ν.Δ, οι οποίοι φτάσανε σε σημείο συγκυβέρνησης. Το πρώτο ακροδεξιό κόμμα που συγκυβέρνησε στην Ελλάδα ήταν ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός. Αλλά σε αντιμνημονιακή κατεύθυνση, ασχέτως αν ψήφισαν μετά ακόμα ένα μνημόνιο, ήταν η συγκυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ με το κόμμα των Ανεξάρτητων Ελλήνων.

Αυτή η ιδιαίτερη περίοδος του 2009-2012, που περιγράφεται στην ατζέντα, δηλαδή, η μετα-εξεγερτική περίοδος, η μετα-Δεκέμβρη εξεγερτική περίοδος που συνοδεύεται με ταραχές, που επίσης συνοδεύεται με την απονομιμοποίηση του πολιτικού σκηνικού, είχε και μια αντανάκλαση μέσα στις φυλακές. Αν θέλουμε να μιλήσουμε για το κίνημα των φυλακών εκείνης της περιόδου θα πρέπει φυσικά να αναφερθούμε στο ντόμινο εξεγέρσεων του 2007, μετά τον ξυλοδαρμό του συντρόφου Γιάννη Δημητράκη από σωφρονιστικό υπάλληλο. Αυτό το ντόμινο εξεγέρσεων έδωσε μια ιδιαίτερη ώθηση μέσα στο κίνημα των φυλακών, στο συντονισμό πολλών κρατούμενων σε ριζοσπαστική κατεύθυνση και στην ριζοσπαστικοποίηση πολλών κοινωνικών κρατούμενων. Έχουμε τον Νοέμβριο του 2008, ένα μήνα πριν την εξέγερση του Δεκέμβρη, μια πολύ δυναμική και μαζική κινητοποίηση με χιλιάδες κρατούμενους να κάνουν απεργία πείνας. Αυτά τα δύο γεγονότα σηματοδοτούν τη δημιουργία ενός κινήματος μέσα στις φυλακές, το οποίο, όμως, σιγά σιγά και εξαιτίας διαφόρων εσωτερικών διαφωνιών, κοινωνικών και πολιτικών κρατούμενων, κάπως αποδυναμώνεται, αλλά συνεχίζει να υπάρχει.

Εγώ θα αναφερθώ σε δυο ειδικά γεγονότα τα οποία έζησα ως κρατούμενος στις φυλακές Κέρκυρας, μετά από τη μεγάλη απεργία πείνας του 2008. Την έζησα αρχικά στα Γιάννενα, αλλά ήμουν στην επιτροπή κρατούμενων και με πακετάρανε στις 4 το πρωί και με πήγαν Κομοτηνή και την έζησα από εκεί. Το 2010 μεταφέρθηκα στην Κέρκυρα. Έζησα, φυσικά, μέσα από τη φυλακή, τόσο τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και την εξέγερση, κάτι το οποίο ήταν πάρα πολύ βαρύ να το ζεις αδύναμος, χωρίς να μπορείς να αντιδράσεις. Από την άλλη, μιας και είναι και ο Χάρης ο Χατζημιχελάκης εδώ, ο οποίος ήταν συγκάτοικος μου στον Κορυδαλλό, ζήσαμε μαζί και την 5η Μάη. Εγώ δούλευα στην καντίνα, αυτός έβλεπε στον κάτω όροφο στο κελί από τη τηλεόραση και ερχόταν κάθε λίγο και λιγάκι και με ενημέρωνε, ενθουσιασμένος ότι γίνεται εξέγερση, ότι τώρα πάμε να τους φάμε και τα λοιπά. Κάποια στιγμή ανεβαίνει πάνω παγωμένος και μου λέει ότι υπάρχουν τρεις νεκροί. Δεν το πίστευα, νόμιζα ότι αστειεύεται. Δυστυχώς, έλεγε αλήθεια. Ήταν ακόμα ένα σημείο όπου νιώθεις αδύναμος, ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Νιώθεις παγωμένος όταν κλείνει η πόρτα του κελιού πίσω σου. Τέλος πάντων, για να μη μακρηγορήσω, θα πω δύο γεγονότα που δεν είναι πάρα πολύ γνωστά.

Το πρώτο είναι η εξέγερση που είχε γίνει στην 5η ακτίνα των φυλακών της Κέρκυρας το 2010, τις πρώτες μέρες που μεταφέρθηκα εκεί. Συγκεκριμένα, ένας κρατούμενος και συγκάτοικος μου κιόλας, είχε συλληφθεί με μια αρκετά μεγάλη ποσότητα πρέζας. Διαταράχθηκε η ομαλή ροή αυτού του εμπορεύματος μέσα στη φυλακή, που ήθελε να το ελέγχει η υπηρεσία και το έκανε επί χρόνια. Μεταφέρθηκε ο συγκεκριμένος κρατούμενος στα πειθαρχεία και παρότι δεν ήταν και ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου, υπήρχε το δίκαιο αίτημα των κρατούμενων να μεταφερθεί, επειδή ήταν τοξικοεξαρτημένος, από τα πειθαρχεία της φυλακής της Κέρκυρας, που είναι μεσαιωνικός χώρος βασανιστηρίων, στο ιατρείο της φυλακής. Ήταν ένα αίτημα πάρα πολύ δίκαιο. Δόθηκε διορία στην υπηρεσία μέχρι τις 12 το μεσημέρι να μεταφέρει στα ιατρεία τον κρατούμενο. Η υπηρεσία αρνήθηκε να απαντήσει και στις 12 η ώρα το μεσημέρι σπάστηκε όλη η πτέρυγα. Δεν έμεινε τίποτα. Έμειναν μόνο τα καρτοτηλέφωνα, που μέχρι να πάρουν χαμπάρι και να τα κλείσουνε, είχαμε επαφή με τον έξω κόσμο, ώστε να βρίσκεται σε εγρήγορση, να πάει κόσμος έξω από τις φυλακές, γιατί είχανε περικυκλωθεί από τα ΜΑΤ. Τελος πάντων, έληξε η όλη φάση με νίκη των κρατούμενων, γιατί μεταφέρθηκε πράγματι, ο συγκρατούμενος στα ιατρεία από το πειθαρχείο και μάλιστα, ούτε ένας κρατούμενος που συμμετείχε σε αυτή τη μίνι εξέγερση δεν έφαγε πειθαρχικό. Ούτε ένας. Η υπηρεσία έκανε άτακτη οπισθοχώρηση δηλαδή.

Το άλλο γεγονός, που θεωρώ ότι είναι ακόμα μεγαλύτερης σημασίας ήταν η απεργία από τα μεροκάματα, που είχε γίνει, αν θυμάμαι καλά, το 2012. Σε πολλές φυλακές ήταν ένας τρόπος για να αναβιώσει λίγο το κίνημα των φυλακών, που είχε μείνει κάπως στάσιμο μετά τη μεγάλη απεργία πείνας το 2008, που είχαν παρθεί πράγματι αρκετές κατακτήσεις. Για να δώσω να καταλάβει ο κόσμος τι σημαίνει μεροκάματα. Μεροκάματα έχουν δικαίωμα να κάνουν κάποιοι κρατούμενοι, ώστε να αφαιρείται από το χρόνο έκτισης της ποινής τους. Η απεργία από τα μεροκάματα δημιουργούσε μια τεράστια δυσλειτουργία στις φυλακές, στην υπηρεσία, γιατί δεν μαγείρευε κανένας, δεν μάζευε τα σκουπίδια κανένας, δημιουργούσαν τεράστια προβλήματα. Είχαμε δημιουργήσει μια επιτροπή κρατούμενων, ένα άτομο σε κάθε πτέρυγα, το οποίο αναλάμβανε να παίρνει από την υπηρεσία τα απαραίτητα, γιατί ήταν υποχρεωμένη να μας παρέχει τροφή και κάναμε αυτοργανωμένα, σαν να λέμε, μαγειρέματα, όπου σιτίζονταν όλοι οι κρατούμενοι. Και έχει ιδιαίτερη σημασία αυτή η κινητοποίηση, θεωρώ, γιατί ουσιαστικά αυτοί που κάναν απεργία από τα μεροκάματα αφαιρούσαν χρόνο από την ελευθέρια τους για να κερδίσουν όλοι οι κρατούμενοι, χωρίς εξαίρεση, είτε έκαναν μεροκάματα, είτε όχι, να κερδίσουν κάποιες κατακτήσεις.

Δυστυχώς, από μια περίοδο και μετά, για πάρα πολλούς λόγους, που θα μπορούσαμε κάποτε να συζητήσουμε, όλο αυτό το κίνημα έγινε από ισχνό μέχρι που εξαφανίστηκε και πολύ δύσκολα μπορεί να ξανασταθεί στα πόδια του. Κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη αιτία είναι η ολοκληρωτική επικράτηση του παράνομου κεφαλαίου μέσα στις φυλακές και του τρόπου λειτουργίας ως ενδιάμεσου, ανάμεσα στους κρατούμενους και στην υπηρεσία και τις διωκτικές αρχές. Και ουσιαστικά όλο αυτό το κίνημα, σιγά σιγά άρχισε να σβήνει. Σήμερα, με αφορμή τονκαινούργιο ποινικό κώδικα, ελπίζω αυτό το κίνημα να ξαναπάρει τα πάνω του.

Ταμείο: Παραμένοντας στην ευρύτερη θεματική της πολιτικής βίας και την όξυνσης της κρατικής καταστολής, θα γυρίσουμε πίσω στο 2010.

Στις 10 Μαρτίου 2010, ο αναρχικός Λάμπρος Φούντας πέφτει μαχόμενος, στα στενά της Δάφνης, με το όπλο στο χέρι, ύστερα από ένοπλη συμπλοκή με πλήρωμα διερχόμενου περιπολικού. Ήταν κατά την διάρκεια προπαρασκευαστικής ενέργειας, και συγκεκριμένα απαλλοτρίωσης αυτοκινήτου, της αναρχικής ένοπλης οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας. Ο Λάμπρος έπεσε μαχόμενος για αυτό που πάλεψε σε όλη τη ζωή του, στον αδιάκοπο αγώνα για την κοινωνική επανάσταση και την Αναρχία. Με αδιάκοπη συνέπεια στους συλλογικούς αγώνες, στην πολύμορφη δράση, ένας επικίνδυνος εχθρός του κράτους, ένας αληθινός σύντροφος με πάθος για την ελευθερία. Για αυτό και ο Λάμπρος δεν πέθανε ποτέ, αντιθέτως συνεχίζει να ζει μέσα στην καρδιά του κάθε αγωνιστή και αγωνίστριας. Ζει στο κάθε οδόφραγμα που μπαίνει εμπόδιο στους γδάρτες των ζωών μας.

Ένα μήνα μετά από την δολοφονία, στις 10 Απριλίου το 2010, συλλαμβάνονται από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία οι αναρχικοί Ν. Μαζιώτης, Π. Ρούπα, Κ. Γουρνάς, Β. Σταθόπουλος, Χ. Κορτέσης και Σ. Νικητόπουλος. Οι τρεις πρώτοι αναλαμβάνουν την πολιτική ευθύνη για συμμετοχή στην οργάνωση, ενώ οι άλλοι τρεις σύντροφοι αρνούνται τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι η δίωξη τους βασίζεται στην πολιτική τους ταυτότητα ως αναρχικοί και στην ποινικοποίηση των φιλικών και συντροφικών τους σχέσεων. Κλητεύονται μαζικά και ανακρίνονται δεκάδες σύντροφοι/ισσες, ενώ ασκείται δίωξη για συμμετοχή στην οργάνωση και στη Μαρί Μπεραχά, συντρόφισσα του Κ. Γουρνά.

Τα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα στέλνουν το δικό τους μήνυμα μέσα από την φυλακή. «Όσο και αν πιστεύουν οι κατασταλτικοί μηχανισμοί ότι φυλακίζοντας μας θα ξεμπερδέψουν πολιτικά με εμάς, κάνουν λάθος. Είτε έξω είτε μέσα από τις φυλακές ο αγώνας, που για εμάς είναι ζήτημα τιμής και αξιοπρέπειας, θα συνεχιστεί. Επαναστατικός Αγώνας, 2010».

Η Πόλα Ρούπα, ένα μήνα μετά την αποφυλάκισή της, έπειτα από 8,5 χρόνια εγκλεισμού, τίθεται εκ νέου σε κατάσταση ομηρίας αναμένοντας την απόφαση της αναίρεσης της αποφυλάκισης της από τα δικαστήρια Χαλκίδας.

Στον Νίκο Μαζιώτη, το δικαστικό συμβούλιο Λαμίας απέρριψε την αίτηση αποφυλάκισής του για τέταρτη φορά, θεωρώντας ότι δεν έχει «σωφρονιστεί». Κράτος και δικαστικοί μηχανισμοί απαιτούν από τους συντρόφους την αποκήρυξη της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα. Όσο αυτό δεν συμβαίνει στοχοποιούνται από την εκδικητικότητα του καθεστώτος και εντάσσονται από την πρώτη στιγμή σε ένα καθεστώς εξαίρεσης.

Με το βάρος της ευθύνης της ιστορίας, απευθύναμε πρόσκληση στα τρία μέλη της Ε.Ο. Επαναστατικός Αγώνας να τοποθετηθούν στην ετήσια παρουσίαση της Ατζέντας, που εκδίδει κάθε χρόνο το Ταμείο Αλληλεγγύης στους φυλακισμένους και διωκόμενους αγωνιστές/τριες. Θεωρήσαμε την καταγραφή της ιστορίας και αποτύπωση της από μια ριζοσπαστική οπτική, μια επείγουσα αναγκαιότητα. Και την συμβολή του Επαναστατικού Αγώνα στην εγχώρια κινηματική ιστορία μια πολύ σημαντική πτυχή του κοινωνικού ανταγωνισμού κι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο της ιστορίας του επαναστατικού κινήματος στη μεταπολίτευση. Αυτή είναι η δημόσια θέση μας για την συμβολή των επαναστατικών οργανώσεων εν γενεί, ως ένα άρρηκτα συνδεμένο και αλληλοεπιδρώμενο κομμάτι με την όλη κινηματική ιστορία.

Το Ταμείο Αλληλεγγύης στους φυλακισμένους και διωκόμενους αγωνιστές(τριες) στέκεται πλάι σε οποιονδήποτε σύντροφο/ισσα το επιθυμήσει, χωρίς να θέτει διαχωρισμούς ανάλογα τη δράση και τις επιλογές τους. Ο αγώνας ενάντια σε κράτος και κεφάλαιο, ενάντια σε κάθε εξουσία και καταπίεση είναι ενιαίος και τα διαφορετικά μέσα πάλης τον εμπλουτίζουν και τον ενισχύουν και είναι όλα κομμάτι του ίδιου μωσαϊκού που λέγεται ανατρεπτικό κίνημα. Αυτή ήταν, είναι και θα είναι η θέση του Ταμείου ως συνέλευση.

Η άρνηση των δυο συντρόφων να τοποθετηθούν στην εκδήλωση είναι απολύτως σεβαστή, ωστόσο η ιστορία γράφεται στο δημόσιο πεδίο και ως τέτοια μπορεί να αποτιμηθεί και να εκτιμηθεί παντοιοτρόπως. Θεμιτή κάθε παρέμβαση που θα διορθώσει ιστορικές λεπτομέρειες για τεκταινόμενα, όμως δεν νοείται ως πρακτική, από κι όπου κι αν προέρχεται, υποδείξεις σε διαδικασίες περί των ιστορικών θεμάτων με τα οποία θα καταπιαστούν.

Στη συνέχεια, ακολουθεί ηχητική τοποθέτηση του συντρόφου Κ. Γουρνά, την οποία και παραθέτουμε.

Κώστας Γουρνάς: Πραγματικά, η περίοδος την οποία πραγματεύεται η εκδήλωση αυτή, από το 2009 ως το 2012, συμπεριλαμβανομένης φυσικά και της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008, είναι μία περίοδος που όμοια της δεν υπάρχει τουλάχιστον για τον αιώνα που ζούμε. Θα έλεγα ότι υπάρχει μόνο κάποια αντιστοιχία με τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης στην Ελλάδα και μία μερική αντιστοιχία με την ανάπτυξη του ριζοσπαστικού κινήματος στην Ευρώπη τις απαρχές της δεκαετίας του ‘70.

Ας βάλουμε όμως τα πράγματα σε μία σειρά. Η περίοδος αυτή είναι αναμφισβήτητα η συμπύκνωση και το απόγειο τόσο της ταξικής πάλης, όσο και της κρατικής καταστολής. Είναι ταυτόχρονα και η μεγαλύτερη ιστορική ευκαιρία όσον αφορά την γενιά μας για μια απόπειρα κοινωνικής επανάστασης που χάθηκε. Και για να διευκρινίσω, κάπως, κάτι που ίσως ακούγεται μεγαλόσχημο αυτή την στιγμή δεν αναφέρομαι στην εξέγερση του Δεκέμβρη του ‘08 αλλά στις κοινωνικές αντιστάσεις μετά τη χρεοκοπία της χώρας και την επιβολή των μνημονίων. Θα προσπαθήσω να ξεχωρίσω τα δύο πεδία της ταξικής πάλης, τα οποία φυσικά αλληλοεμπλέκονται και συμπορεύονται. Το κινηματικό και το κοινωνικό.

Όσον αφορά το κινηματικό. Η έντονη ριζοσπαστικοποίηση του αντιεξουσιαστικού χώρου καθόλη τη διάρκεια της πρώτης δεκαετίας του αιώνα, η αντίδραση στη δολοφονία Γρηγορόπουλου και η μετέπειτα μαζικοποίηση της ένοπλης δράσης είναι ήδη καταγεγραμμένη ιστορικά. Από αυτήν ανακύπτει το ερώτημα αν σε αυτή η πορεία των πραγμάτων, το όπλο του Κορκονέα υπήρξε πραγματικά ο καταλύτης ή θα οδηγούμασταν νομοτελειακά σε μια τέτοια εξέλιξη. Η δική μου οπτική φέρει σαφέστατα τη δεύτερη απάντηση. Η ένταση της ριζοσπαστικοποίησης και η μαζικοποίηση της ένοπλης δράσης ήταν η φυσική ροή των πραγμάτων για την περίοδο που ζούσαμε.

Πώς όμως φτάσαμε ως εκεί. Στην μακροοικονομία ονομάζεται υπερκύκλος. Μεγάλες περίοδοι σταθερής ανάπτυξης, ευημερίας και ακραίων κερδών. Λίγο πιο μακριά από το θεωρητικό κομμάτι, ο νεοφιλελευθερισμός όπου ενθρόνισε την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980 ως και σήμερα. Η δεκαετία του ‘90 η πιο καθοριστική ιστορική περίοδος για την 4ηβιομηχανική επανάσταση είναι κατεξοχήν μια περίοδος υπερκύκλου. Σε γεωπολιτικό επίπεδο το αντίπαλο δέος εξουδετερώθηκε και το νέο καθεστώς της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας επιβλήθηκε παντού. Στην Ελλάδα, με δειλά βήματα, ονομάστηκε εκσυγχρονισμός. Οι αλλαγές ήταν ραγδαίες σε όλα τα επίπεδα. Η μεταπολίτευση σε κοινωνικό επίπεδο πέθανε. Ο νέος αιώνας φέρει πιο σαφείς αλλαγές σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο για την Ελλάδα. Τρομακτικές αλλαγές που για ένα κομμάτι της είναι δυσβάσταχτες. Αυτό είναι που αρχίζει να αντιδρά. Εμπνευσμένο από τα πρώτα μηνύματα των ζαπατίστας, των πανευρωπαϊκών διαδηλώσεων ενάντια στους θεσμούς της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, το κομμάτι αυτό του κινήματος αρχίζει να ριζοσπαστικοποιείται. Κομβικά σημεία αυτής της αναγέννησης του κινηματικού χώρου είναι σαφώς η δολοφονία του Τζουλιάνι στη Γένοβα, οι πολεμικές επεμβάσεις σε Αφγανιστάν και Ιράκ, όσο και στο εσωτερικό μέτωπο η αντιτρομοκρατική εκστρατεία που ακολουθεί την εξάρθρωση ενόπλων οργανώσεων, αλλά και η προετοιμασία της Ολυμπιάδας του 2004. Είναι ακριβώς μετά το πέρας αυτής της τελευταίας όπου είναι ορατές οι πρώτες εκφάνσεις της έντονης ριζοσπαστικοποίησης αυτής της γενιάς. Κάτι νέο έχει γεννηθεί. Καθόλη τη δεκαετία, η συμβολή των ενόπλων οργανώσεων τόσο σε θεωρητικό όσο και της αναπτέρωσης του αξιόμαχου, με προεξάρχοντα τον ΕΑ, είναι καθοριστική. Φτάνοντας στον Δεκέμβρη του ‘08 φαίνεται σαν όλοι να ήταν έτοιμοι να κάνουν αυτό που πρέπει. Γι’ αυτό ο Δεκέμβρης είχε τόσο εμπλουτισμένο οπλοστάσιο. Ο Δεκέμβρης, όμως, από μόνος του είχε όρια. Τα όρια μιας εξέγερσης που εκ των προτέρων ήξερε την ημερομηνία λήξης του. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει, πλέον, θεωρητικά να αποδεχτούμε ως δεδομένο. Η ριζοσπαστικοποίηση της γενιάς αυτής, που μεγάλωσε σ’ αυτές τις συνθήκες παγκοσμιοποίησης, δε μπόρεσε σε καμία περίπτωση να υπερβεί ένα εγγενές μειονέκτημα του αναρχικού χώρου στην Ελλάδα. Η εξέγερση πρακτικά τελείωσε την ίδια στιγμή που ξεκινούσε η μεγάλη ύφεση της οικονομίας της Ελλάδας. Αυτή που έφερε και τη χρεοκοπία της.

Ο νεοφιλελευθερισμός ως επικρατούσα αρχή του παγκόσμιου καπιταλισμού δέχθηκε την πρώτη σοβαρή κρίση του στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του αιώνα που ζούμε με την κατάρρευση των ενυπόθηκων δανείων στις ΗΠΑ και τις τρομερές συνέπειες στον τραπεζικό τομέα παγκοσμίως. Η ευρωπαϊκή κρίση χρέους που ακολούθησε και σάρωσε τα ελληνικά πράγματα ήταν το επόμενο ευρεία κλίμακας επεισόδιο της ίδιας κρίσης. Τα γεγονότα είναι, λίγο πολύ, γνωστά. Η Ελλάδα έπαιξε το ρόλο της Ιφιγένειας για να επιβληθεί μια μακρόχρονη περίοδος λιτότητας στην Ευρώπη. Η χρεοκοπία της Ελλάδας είχε, όπως έχω ξαναπεί, και ρατσιστικά ανθελληνικά χαρακτηριστικά από τα ευρωπαϊκά αφεντικά. Όλοι ξέρουμε αυτό που ακολούθησε. Η απάτη ήταν τόσο μεγάλη που καμιά κοινωνία δε θα μπορούσε να αποδεχθεί. Ο κόσμος βγήκε στους δρόμους φέροντας όχι συντεχνιακά ή μερικά χαρακτηριστικά διεκδίκησης, αλλά αιτήματα πολύ κοντινά στα δικά μας πλαίσια. Για πρώτη φορά έμπαινε στα σοβαρά το ζήτημα της διαχείρισης της εξουσίας από τον ίδιο το λαό. Ίσως όχι σχηματοποιημένα ή ξεκάθαρα, αλλά το επίδικο της αγανάκτησης αυτό ήταν. Ήταν σαφέστατα μια περίοδος όπου η κοινωνική επανάσταση είχε μπει για τα καλά στο κοινωνικό πεδίο σύγκρουσης. Όμως οι επαναστάσεις απαιτούν πρωτοβουλία. Δε γίνονται ούτε από μόνες τους ούτε, φυσικά, γενικά από το όλον της κοινωνίας που κατεβαίνει στο δρόμο. Δυστυχώς, κάποιος πρέπει να τις κάνει. Και τούτο θέλει σχεδιασμό, αλλά προπάντων τη θεωρητική ενσωμάτωση της αντίληψης αυτής στον πολιτικό μας χώρο. Η κοινωνική επανάσταση που χάθηκε την περίοδο 2009-2012 φέρει την υπογραφή μας. Οτιδήποτε άλλο είναι απλά άλλοθι.

Η ένταση της κρατικής καταστολής την περίοδο αυτή ήταν αναλογική θα λέγαμε των κοινωνικών αντιστάσεων που υπήρξαν. Δε θα μπορούσε, άλλωστε, να γίνει αλλιώς μιας και θίγονταν ξεκάθαρα ο ίδιος ο πυρήνας του κράτους, της αστικής τάξης και της επιβίωσής τους. Δεκάδες αγωνιστές φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, ξυλοκοπήθηκαν ή διώχθηκαν. Ήταν μία περίοδος που χαράχθηκε για πάντα στην ιστορία του ελληνικού κινήματος τόσο για τις δυσκολίες της, όσο βέβαια και για τη μεγαλειώδη αλληλεγγύη που εμφανίστηκε. Παράλληλα, στα πλαίσια του σχεδίου της αντιεξέγερσης που ακολούθησε το ελληνικό κράτος επιστρατεύτηκαν οι φασιστικές εφεδρείες του συστήματος. Οι συνέπειες αυτού του σχεδιασμού εξακολουθούν να μας στοιχειώνουν ως κοινωνία έως σήμερα. Ο ακροδεξιός λόγος σήμερα κυβερνά και, δυστυχώς, έχει κανονικοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό.

Κλείνοντας, και θέλοντας να συνοψίσω τα όποια συμπεράσματα μπορούν να εξαχθούν από εκείνη τη δραματική, πραγματικά, περίοδο για τη χώρα, αλλά και ταυτόχρονα υπέροχη για το κίνημα, θα μείνω σε δύο σημεία. Ο αντιεξουσιαστικος χώρος, πάρα τις βαθιές του θεωρητικές κυρίως ανεπάρκειες, έχει τις δυνατότητες να σταθεί στο ύψος των ιστορικών περιστάσεων. Αυτό το έχει αποδείξει και είναι ιστορικά καταγεγραμμένο. Οι καιροί φυσικά αλλάζουν. Οι πολιτικές προτεραιότητες και οι στοχοθεσίες επίσης. Ο καθένας, φυσικά, μπορεί να διαφωνεί με αυτό, δε μπορεί, όμως, σε καμία περίπτωση να ξεγράφει ή ακόμα και να λοιδορεί έναν χώρο που αγωνίζεται με πίστη για την κοινωνική δικαιοσύνη. Για να μην ξεχνούν, λοιπόν, οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι, καλό είναι να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους. Να μη φοβόμαστε να περιγράψουμε το θεωρητικό πλαίσιο στο οποίο κινείται σήμερα ο αντιεξουσιαστικός χώρος, να ασκούμε εποικοδομητική κριτική, αλλά να μη μηδενίζουμε. Τα γεγονότα εκείνης της περιόδου είναι ασφαλώς καταγεγραμμένα και η αλήθεια των πραγμάτων δεν αλλάζει από πολιτικές σπέκουλες.

Scroll to Top