Εισαγωγή της Ατζέντας 2022

Για την περίοδο 2000-2005..

Το Ταμείο Αλληλεγγύης συνεχίζει και φέτος τη σειρά των ατζεντών που καταγράφουν κατά  χρονολογική σειρά κάποιες από τις σημαντικότερες στιγμές του κοινωνικού και ταξικού πολεμου στον ελληνικό χώρο. Μετά την παρουσίαση της περιόδου 1974-1990 (ατζέντα 2020) και της δεκαετίας  του ´90 (ατζέντα 2021), φέτος επιχειρούμε  να καταγράψουμε την πενταετία 2000-2005. Από τη μια η «πύκνωση» του (πιο κοντινού και σε εμάς) πολιτικού χρόνου -και όσον αφορά τα κινηματικά δρώμενα- και από την άλλη η πληθώρα του αρχειακού υλικού λόγω και της  ευρεία χρήσης του διαδικτύου, μας οδήγησαν στην επιλογή να χωρίσουμε την περίοδο μετά το 2000 σε πενταετίες και να ασχοληθούμε σε αυτή την ατζέντα με την πρώτη από αυτές. Ελπίζουμε με αυτόν τον τρόπο να συνεισφέρουμε κι εμείς από τη μεριά μας στην διατήρηση του νήματος της συλλογικής μας μνήμης, της μνήμης των ριζοσπαστικών αγώνων. Αυτό ακριβώς το νήμα της συλλογικής επαναστατικής μνήμης και παράδοσης είναι που το κράτος και το κεφάλαιο επιχειρούν ολοένα και περισσότερο να κόψουν οριστικά. Ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη, σε καιρούς όπως οι σημερινοί με τη βαρβαρότητα και την αδικία να γιγαντώνεται παντού γύρω μας, είναι ένας αγώνας κρίσιμος για την επαναστατική προοπτική.

                                                                             ***  

Τα βεγγαλικά, οι τυμπανοκρουσίες και οι κιτς φιέστες που στήθηκαν σε κάθε γωνιά του πλανήτη για να υποδεχτούν τη νέα χιλιετία, το «μιλένιουμ», το- εμβληματικό για κάθε προηγούμενη γενιά- «2000», δεν κράτησαν παρά λίγες ώρες. Η αυγή της «νέας εποχής» ήταν – όπως αναμενόταν- πολύ πιο πεζή από τα σενάρια επιστημονικής φαντασίας του προηγούμενου αιώνα. Η αρχή της χιλιετίας βρήκε την Ελλάδα σε μία ακόμα προεκλογική περίοδο. Η «νέα εποχή» για τη χώρα ήταν η «Ευρωπαϊκή Ενοποίηση», η είσοδος στο ευρωπαϊκό κοινό νόμισμα, το ευρώ. Ο πρωθυπουργός Σημίτης προκηρύσσει πρόωρες εκλογές θέτοντας το δίλημμα στο εκλογικό σώμα να αποφασίσει ποια παράταξη θα οδηγήσει τη χώρα σε αυτή την νέα εποχή, ποια θα διεξάγει τις διαπραγματεύσεις για την είσοδο στην ΟΝΕ και θα συνεχίσει την οικονομική πολιτική λιτότητας και «εκσυγχρονισμού» του κράτους. Το βράδυ της 9ης Απριλίου 2000 «η Ελλάδα κοιμήθηκε με κυβέρνηση ΝΔ και ξύπνησε με κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ» όπως έγραφαν και οι εφημερίδες της εποχής. Το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη κερδίζει τις εκλογές παρά τους αρχικούς πανηγυρισμούς των οπαδών της ΝΔ, που προηγείτο στα αποτελέσματα μέχρι και αργά το βράδυ. Η χώρα θα βάδιζε τα πρώτα της βήματα στη νέα χιλιετία όπως έκλεισε την προηγούμενη. Με («εκσυγχρονιστικό» πλέον) ΠΑΣΟΚ. 
Το σκάνδαλο του Χρηματιστηρίου (1999), οι αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις του υπουργού παιδείας Αρσενη και ο ξεσηκωμός που προκάλεσαν (1998/99), οι σκανδαλώδεις αναθέσεις δημοσίων έργων σε μεγαλοκαπιταλιστές, διεθνείς και εγχώριους, η σκληρή οικονομική πολιτική λιτότητας και αναδιάρθρωσης της εργασίας και αλλά πολλά από τα έργα και τις ημέρες της πρώτης τετραετίας Σημίτη (1996-2000) δεν έφτασαν για να ρίξουν την κυβέρνηση. Το εκλογικό σώμα, γνωρίζοντας πως και η Δεξιά θα συνέχιζε ή και θα επέτεινε την ίδια πολιτική λιτότητας, έδωσε στον δικομματισμό ποσοστά γύρω στο 85%, αρκούμενο στην ψεύτικη ιδεολογία της «ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», του «εκσυγχρονισμού», της οικονομικής και στρατηγικής  «θωράκισης της χώρας» μέσω της  ευρωπαϊκής συμμαχίας αλλά και στη σαθρή , όπως γρήγορα αποδείχθηκε, οικονομική ευμάρεια σημαντικών στρωμάτων της κοινωνίας που βασιζόταν στον τραπεζικό δανεισμό, τα ρουσφέτια και το λεγόμενο «πελατειακό κράτος» αλλά και στην εντεινόμενη (περαν της διαχρονικής) εκμετάλλευση του πολυεθνικού προλεταριάτου και της εργασίας του.  Το μεγάλο Κεφάλαιο της χώρας είχε πλήρως συνταχθεί με την ευρωπαϊκή προοπτική και τα ΜΜΕ που σχεδόν εξολοκλήρου του ανήκαν επιχείρησαν και πέτυχαν με την προπαγάνδα τους να εγκλωβίσουν την κοινωνία στον λεγόμενο «ευρωμονόδρομο». Η προοπτική της διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 από την «νέα Ελλάδα» αποτέλεσε ένα από τα εμβλήματα της μαύρης προπαγάνδας και της ιδεολογίας που αυτή γεννούσε στο κοινωνικό σώμα. 
Το 2000 βρήκε τον αναρχικό χώρο στην Ελλάδα σε καλύτερη θέση από αυτήν που τον έφερε , σε επίπεδο «δρόμου», η έναρξη της προηγούμενης πενταετίας και η μαζική σύλληψη αναρχικών στο Πολυτεχνείο του 1995. Η συμμετοχή των αναρχικών στο μαθητικό κίνημα της περιόδου 98-99, στο αντιπολεμικό κίνημα αντίδρασης στους νατοϊκούς βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία τους οποίους η ελληνική κυβέρνηση διευκόλυνε σε όλα τα επίπεδα στα μέσα του 1999, αλλά και κατά την επίσκεψη Κλίντον δυο μέρες μετά την επέτειο του Πολυτεχνείου της ίδιας χρονιάς, όπου έλαβαν χώρα εκτεταμένες συγκρούσεις σε όλο το κέντρο της Αθήνας, έδωσε την ευκαιρία στον αντιεξουσιαστικό χώρο να κερδίσει λίγο από το έδαφος που είχε χάσει τα προηγούμενα χρόνια. Παρολαυτά στις οποίες απόπειρες του αναρχικου χώρου να κατεβεί και πάλι αυτόνομα στο δρόμο, το κράτος απαντούσε με ακραία καταστολή. 
Στις 8 Ιουνίου του 2000 η Ε.Ο. 17Ν εκτελεί τον Βρετανό ταξίαρχο και στρατιωτικό ακόλουθο της βρετανικής πρεσβείας στην Αθηνα, Σόντερς, ως απάντηση στους βομβαρδισμούς στην Γιουγκοσλαβία. Το ζήτημα της «τρομοκρατίας» αναζωπυρώνεται στον δημόσιο λόγο και την κεντρική πολιτική σκηνή. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα συσπειρώνεται σχεδόν σύσσωμο γύρω από την ιδέα πως στην νέα σύγχρονη ευρωπαϊκή Ελλάδα (των επερχόμενων Ολυμπιακών Αγώνων) δεν χωρούν επαναστατικές ένοπλες  οργανώσεις. Την ίδια στιγμή ο διεθνής παράγοντας και  κυρίως οι ΗΠΑ και η Βρετανία πιέζουν την ελληνική κυβέρνηση  προς την κατεύθυνση της εξάρθρωσης της εγχώριας «τρομοκρατίας» και την εξοπλίζουν αναλόγως. Ο εντολοδόχος τους, υπουργός Δημόσιας Τάξης, Μ. Χρυσοχοΐδης γίνεται η αιχμή του δόρατος σε αυτό που φαντάζονταν ως τελική μάχη με την παράδοση της ένοπλης πάλης στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση, το ελληνικό κράτος, αρχίζει να καταστρώνει , με υπουργό δικαιοσύνης τον Μ. Σταθόπουλο, και την νομική θωράκιση έναντι του εσωτερικού εχθρού, προετοιμάζοντας αυτό που θα έμενε στην ιστορία ως (ο πρώτος) «τρομονόμος». Απέμενε μόνο να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή, μια αφορμή, καθώς ακόμα και στο κυβερνητικό στρατόπεδο υπήρχαν έντονες αντιρρήσεις στη θέσπιση τόσο ακραίων για την εποχή διατάξεων περί καταστολής μεταξύ άλλων και της πολιτικής δράσης. 
Η προετοιμασία αυτή διεξαγόταν σε ένα περιβάλλον κρατικών πογκρόμ και δολοφονιών  μεταναστών από την αστυνομία. Η στοχοποίηση των μεταναστών και η «αντιτρομοκρατική» προετοιμασία συνέθεταν ένα ζοφερό καμβά, έτοιμο να δεχθεί τις πιο αντιδραστικές ρυθμίσεις σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής. Ο κόσμος του αγώνα που πάλευε ανυποχώρητα να στήσει αναχώματα σε αυτές τις πολιτικές ερχόταν διαρκώς αντιμέτωπος με την καταστολή, εδραιώνοντας όμως καλύτερες θέσεις στον ταξικό ανταγωνισμό και τον δημόσιο λόγο. Η αναρχική προπαγάνδα άρχισε να κερδίζει έδαφος σε ολοένα και περισσότερα κομμάτια της μητρόπολης. 
Το 2001 ξεκίνησε με την βομβιστική επίθεση κατά του βουλευτή της ΝΔ Μιχαλολιάκου. Οι αρχές μέσω των ΜΜΕ άφηναν υπόνοιες πως την επίθεση πραγματοποίησε η Ε.Ο. 17Ν και παρότι η ίδια το αρνήθηκε,  η σκοτεινή αυτή υπόθεση αποτέλεσε την ιδανική αφορμή για την δρομολόγηση της ψήφισης του «τρομονόμου» το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς. Ήταν τέτοια η πρεμούρα της ηγεσίας της κυβέρνησης και των αφεντικών της να εισαχθεί η πρωτοφανής αυτή νομοθεσία, που παρότι το νομοσχέδιο καταψηφίστηκε από το σύνολο σχεδόν των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ, πέρασε με τις ψήφους της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Πριν από την ψήφιση του τρομονόμου, η κυβέρνηση επιχείρησε και την βίαιη αναδιάρθωση του ασφαλιστικού συστήματος, με τον περιβόητο «νόμο Γιαννίτση» να μένει στα χαρτιά υπό το βάρος  σφοδρών αντιδράσεων που κορυφώθηκαν με  μια τεράστια διαδήλωση στην Αθηνα τον Απρίλη του 2001. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, εν όψει της συνδιάσκεψης του G8 στη Γένοβα, πολλοί αναρχικοί και αναρχικές αλλά και άνθρωποι του ευρύτερου αντικαπιταλιστικού χώρου, ταξιδεύουν στην ιταλική πόλη και συμμετέχουν στις μεγάλες συγκρούσεις που διεξήχθησαν εκεί. Οι κινητοποιήσεις αυτές αντιμετώπισαν τη σφοδρή  καταστολή της ιταλικής αστυνομίας που έφτασε να δολοφονήσει τον αναρχικό φοιτητή Κάρλο Τζουλιάνι, έστειλαν όμως παράλληλα ένα ισχυρό μήνυμα διεθνιστικής αλληλεγγύης και αντίστασης στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση.
Ο Σεπτέμβρης του 2001 σημαδεύτηκε από ένα κοσμοϊστορικής σημασίας γεγονός που δεν θα άφηνε ανεπηρέαστη καμία γωνιά του κόσμου. Η πρωτοφανής επιθεση σε αμερικανικό έδαφος από εξτρεμιστές ισλαμιστές αεροπειρατές την 11ηΣεπτεμβρίου και η παγκόσμια ζωντανή μετάδοση της κατάρρευσης του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου στην καρδιά της Νέας Υόρκης από επιβατικά αεροπλάνα που το έπληξαν, συνέθεσαν μια από τις πιο έντονες εικόνες των τελευταίων δεκαετιών. Η καρδιά του δυτικού καπιταλιστικού ηγεμονικού συμπλέγματος είχε δεχθεί ένα πρωτοφανές πλήγμα, υλικό και πολιτικοστρατηγικό. Οι ΗΠΑ απάντησαν εν ριπή οφθαλμού. Τις ίδιες κιόλας μέρες ο πρόεδρος Μπους ανακοίνωνε την αρχή μιας «παγκόσμιας αντιτρομοκρατικής εκστρατείας». Σε λιγότερο από ένα μήνα οι αμερικανοί και οι σύμμαχοι τους θα εισέβαλλαν στο Αφγανιστάν σπέρνοντας τον όλεθρο. Το ελληνικό κράτος συμμετέχει ενεργά στην εισβολή με αποστολή δυνάμεων και βέβαια με την παραχώρηση των νατοϊκών και αμερικανικών βάσεων στον ελληνικό χώρο. Σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη διοργανώνονται τον Οκτώβρη του 2001 μεγάλα αντιπολεμικά συλλαλητήρια.    
                                   Η πρωτοχρονιά του 2002 δεν ήταν απλά άλλη μια πρωτοχρονιά. Ο πρωθυπουργός Κ. Σημίτης, δίπλα στον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Λουκά Παπαδήμο και σε πανηγυρικό κλίμα, «σηκώνει» από ένα ATM της Αθήνας τα πρώτα ευρώ της ελληνικής ιστορίας και τα κραδαίνει στον αέρα πανηγυρίζοντας. Η Ελλάδα μπαίνει, με χαλκευμένα οικονομικά στοιχεία, στον σκληρό πυρήνα της ευρωπαϊκής ένωσης μα πολύ σύντομα τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας θα αντιληφθούν πως από την ιστορική αυτή στιγμή έχουν μόνο να χάσουν. Οι τιμές των προϊόντων μεταγράφονται σε ευρώ και εκτοξεύονται μέσα σε ένα πάρτυ αισχροκέρδειας, ενώ τα «σύμφωνα σταθερότητας» της ΕΕ, στα οποία το ελληνικό κράτος είχε δεσμευθεί, ήταν το άρμα μάχης του Κεφαλαίου απέναντι στον κόσμο της εργασίας. 
Το καλοκαίρι του 2002, μετά  την έκρηξη μιας βόμβας στα χέρια του μέλους της 17Ν Σάββα Ξηρού στο λιμάνι του Πειραιά (29/6), αρχίζει ο χορός των συλλήψεων για την εξάρθρωση της οργάνωσης. Ο αγωνιστής Σάββας Ξηρός, βαρύτατα τραυματισμένος, βασανίζεται στην εντατική του Ευαγγελισμού από την αντιτρομοκρατική υπό την αιγίδα ξένων μυστικών υπηρεσιών με σκοπό τη βίαιη απόσπαση ομολογίας και στοιχείων. Συγκεντρώσεις αλληλεγγύης πραγματοποιούνται έξω από το νοσοκομείο. Ο υπουργός Χρυσοχοΐδης μαζί με τους επιτελείς υφισταμένους του πανηγυρίζουν την ιστορική τους επιτυχία ενώ καθημερινά και επί μήνες τα ΜΜΕ παράγουν αυτό που θα μείνει στην ιστορία ως «τρομοϋστερία». Απίθανα σενάρια, θεωρίες συνομωσίας, στοχοποιήσεις, λοιδωρίες και ψέματα γίνονται καθημερινή πρακτική της κυρίαρχης προπαγάνδας. Τελευταίος καταζητούμενος, ο Δημητρης Κουφοντίνας, που παραδίδεται στις 5 Σεπτεμβρίου του 2002 για να αναλάβει την πολιτική ευθύνη της οργάνωσης.
Η λυσσαλέα επίθεση και η σπίλωση  κράτους και κεφαλαίου εναντίον της εγχώριας επαναστατικής παράδοσης αποδείχθηκε μια αφορμή για συσπείρωση του ανταγωνιστικού κινήματος αλλά και του αναρχικού χώρου ειδικότερα. Μια μεγάλη, για τα δεδομένα της συγκυρίας, πορεία αλληλεγγύης διεξάγεται την 1/10 στην Αθήνα και ο αναρχικός/αντιεξουσιαστικός συσπειρώνεται πίσω από το πανό που έγραφε «πίσω ρουφιάνοι, εμπρός συντροφοι», ενώ πραγματοποιεί και δίκη του αυτόνομη κεντρική πορεία. Η συσπείρωση αυτής της περιόδου καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την δυναμική επανεμφάνιση και εξέλιξη του αναρχικού κινήματος στον ελληνικό χώρο. Στην επέτειο του Πολυτεχνείου της ίδιας χρονιάς, η καθιερωμένη πορεία -με τη μαζική παρουσία αναρχικων- παίρνει συγκρουσιακά χαρακτηριστικά μετά από πολλά χρόνια, ενώ συγκρούσεις πραγματοποιούνται και στην πορεία της Θεσσαλονίκης. 

Η άνοιξη του 2003 σημαδεύτηκε από την εισβολή των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας στο Ιράκ και την διεξαγωγή εκεί ενός σαρωτικού πολέμου. Ό «δεύτερος πόλεμος του κόλπου» -όπως ήταν ένα από τα ονόματα που πήρε- ήταν ακόμη μια μεγάλη πράξη του παγκόσμιου «αντιτρομοκρατικού» πολέμου που ξεκίνησε το 2001 και κατέληξε στην κατοχή του Ιράκ και τη σύλληψη του Σανταμ Χουσειν και της κυβέρνησής του. Ο πόλεμος αυτός ξεσήκωσε ένα παγκόσμιο αντιπολεμικό κίνημα ενώ και στην ελληνική κοινωνία προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις. Μεγάλα αντιπολεμικά συλλαλητήρια, πολλές φορές με συγκρουσιακά χαρακτηριστικά, έλαβαν χώρα τον Μάρτιο του 2003 σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. 

Παράλληλα, η Ελλάδα από τον Ιανουάριο του 2003 θα αναλάμβανε την προεδρία της ΕΕ για ένα εξάμηνο. Σε πολλές πόλεις της Ελλάδας όπου διεξάγονταν σύνοδοι υπουργών (πχ Ναύπλιο, Βέροια) πραγματοποιούνται διαδηλώσεις. Στη σύνοδο της 16ης Απριλίου στην Αθηνα, σύνοδος που επικύρωσε τη διεύρυνση της ΕΕ με την είσοδο στην ένωση μεταξύ άλλων και της Κύπρου, λαμβάνει χώρα μεγάλη διαδήλωση και εκτυλίσσονται συγκρούσεις στο κέντρο της πόλης. Κατά το τριήμερο 20-22 Ιουνίου ήταν προγραμματισμένη η σύνοδος κορυφής της ΕΕ στη Θεσσαλονίκη. Το «φόρουμ»    διεξήχθη μεσα σε κλοιό διαδηλωτών, με σημαντική παρουσία των αναρχικων μπλοκ, που συγκρούονταν αποφασιστικά με τις δυνάμεις καταστολής. Η γιορτινή ατμόσφαιρα που το κράτος είχε προετοιμάσει κατέρρευσε παταγωδώς υπό το βάρος των μεγάλων διαδηλώσεων και των εκτεταμένων συγκρούσεων. Ο αναρχικός χώρος, παρα την καταστολή και τις κρατικές αυθαιρεσίες που έστειλαν ανθρώπους στη φυλακή, έκανε σημαντικά βήματα προς την περαιτέρω συσπείρωση και ενδυνάμωσή του. Η συσπείρωση αυτή αποτυπώθηκε και τους επόμενους μήνες που ένα πλατύ κίνημα αλληλεγγύης στήριξε τους συλληφθέντες της Θεσσαλονίκης και ιδιαίτερα τους 7 απεργούς πείνας που αγωνίζονταν για την αποφυλάκισή τους. Στα πλαίσια αυτού του αγώνα αλληλεγγύης αλλά και απάντησης στις κρατικές μεθοδεύσεις έλαβαν χώρα  κινητοποιήσεις σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας καθώς και ένα σημαντικό κύμα κινηματικής αντιβίας. 

Το φθινόπωρο του 2003 και συγκεκριμένα στις 5 Σεπτεμβρίου κάνει την εμφάνισή της με διπλό βομβιστικό χτύπημα στα δικαστήρια Ευελπίδων η αναρχική ένοπλη οργάνωση Επαναστατικός Αγώνας. Ένα χρόνο μετά την διαλαλούμενη από το κράτος «οριστική εξάρθρωση της εγχώριας τρομοκρατίας» και ένα χρόνο πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες της υψίστης ασφαλείας, ο ΕΑ στέλνει το μήνυμα πως η επαναστατική παράδοση της ένοπλης πάλης στον ελληνικό χώρο συνεχίζεται. 

Το 2004, για την από τα πάνω γραμμένη ιστορία, ήταν η «χρονιά των Ολυμπιακών Αγώνων». Η ιστορία του πολυεθνικού προλεταριάτου, που ρίχτηκε στη γαλέρα των φαραωνικών ολυμπιακών έργων, κατέγραψε μέσα σε βάθος πενταετίας νεκρούς και τραυματίες λόγω της εντατικοποίησης της εργασίας, χαμηλούς μισθούς και επισφάλεια. Τα κέρδη των μεγαλοκαπιταλιστών, εγχώριων και ξένων, αλλά και μιας σημαντικής μερίδας μεσαίων και μικρών αφεντικών γιγαντώνονταν την ώρα που τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, η εργατική τάξη, άρχισαν να καταλαβαίνουν πως δεν είχαν τίποτα να κερδίσουν από την «εθνική οικονομική ανάπτυξη». Στο μεταξύ, στις εκλογές του Μαρτίου του 2004 η ΝΔ του Κ.Καραμανλή αναλαμβάνει τα ηνία της διακυβέρνησης. 

Η πάνω από δεκαετία πολιτική οικονομικής λιτότητας ειχε εξουθενώσει τους οικονομικά ανίσχυρους και τα ανταλλάγματα ήταν – αντι για την θρυλούμενη «σύγκλιση μισθών και συντάξεων» των χωρών της Ευρώπης- υπερχρέωση στις τράπεζες, μείωση μισθών, ελαστική εργασία και ανεργία. Απέναντι στην λαμπερή φούσκα των Ολυμπιακών Αγώνων, πολλά κομμάτια του εγχώριου ανταγωνιστικού/αντικαπιταλιστικού κινήματος αντέταξαν πλήθος κινητοποιήσεων. Ο αναρχικός χώρος διοργάνωσε πορείες και συγκεντρώσεις ενώ παράλληλα μέσω της προπαγάνδας επιχείρησε να αποδομήσει την κυρίαρχη αφήγηση για την «εθνική περηφάνια και επιτυχία». Ένα πλήθος ενεργειών κινηματικής αντιβιας αναδείκνυε πως για το ριζοσπαστικό κίνημα οι Ολυμπιακοί Αγώνες ήταν άλλη μια σημαντική στιγμή της όξυνσης του ταξικού ανταγωνισμού. Το χτύπημα στο Α.Τ. Καλλιθέας από τον Επαναστατικό Αγώνα τον Μάιο του 2004, 100 μέρες πριν την έναρξη των αγώνων, θορύβησε την ντόπια και ξένη κυριαρχία που πάλευε να πείσει για την ύψιστη ασφάλεια που θα παρείχε το ελληνικό κράτος και πήρε μεγάλη έκταση σε όλα τα διεθνή ΜΜΕ. 

Το 2005 κληρονόμησε, μεταξύ άλλων, από την προηγούμενη περίοδο και ιδιαίτερα από την ακριβώς  προηγούμενή του χρονιά μια σαφώς αποτυπωμένη στο κοινωνικό πεδίο αλλά και σε επίπεδο «δρόμου» αύξηση της δυναμικής του ακροδεξιού χώρου. Η εθνική ντόπα των Ολυμπιακών Αγώνων, της κατάκτησης του Euro 2004 και το αφήγημα της «ισχυρής Ελλάδας» έβγαλαν στον αφρό τις πιο μαύρες πτυχές του εθνικού κορμού. Οι άλλοτε περιθωριακές γκρούπες φασιστών που μόνο σποραδικά, θρασύδειλα και μεμονωμένα έκαναν την εμφάνισή τους κυρίως με αγελαίες ή υπουλες επιθέσεις εναντίον του οποιουδήποτε «διαφορετικού» ανθρώπου τύχαινε να βρεθεί στο δρόμο τους, βρήκαν την ευκαιρία -μέσα βέβαια και από ένα συνδυασμό κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων που δεν μπορούν να αναλυθούν εδώ- να βγουν στο προσκήνιο. Εκτός από την αναρρίχηση  της δεξιάς στην κυβέρνηση, στις ίδιες εκλογές  (του 2004) το σχετικά νεοσύστατο ακροδεξιό ΛΑΟΣ είχε λάβει σχεδόν 200.000 ψήφους, μην καταφέρνοντας (οριακά) να μπει στη Βουλή αλλά καταγράφοντας μια σαφή δυναμική ανόδου. Η συνολική αυτή άνοδος της βαθιάς συντήρησης και της ακροδεξιάς σοβινιστικής ρητορείας και η κατάκτηση ολοένα και μεγαλύτερου πεδίου στο δημόσιο λόγο από τις μισαλλόδοξες και ρατσιστικές αφηγήσεις άρχισαν να σχηματοποιούν ένα ζοφερό και επικίνδυνο κλίμα. Μια σημαντική στιγμή αυτής της περιόδου ήταν οι φασιστικές επιθέσεις εναντίον Αλβανών μεταναστών τον Σεπτέμβριο του 2004, με  αφορμή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. 

Το αντιφασιστικό κίνημα, δείχνοντας καλά αντανακλαστικά απάντησε με άμεσες κεντρικές πορείες, προπαγάνδα και πολλές επιμέρους αντιφασιστικές ενέργειες αντιβίας σε πολλά σημεία της μητρόπολης. Ξεχωριστή στιγμή αποτέλεσε και η επίθεση -τον Δεκέμβρη του 2004- αναρχικων/αντεξουσιαστών στο Α.Τ. του Αγίου Παντελεήμωνα όπου Αφγανοί μετανάστες είχαν υποστεί φριχτά βασανιστήρια λίγο καιρό πριν. Οι φασιστες όμως είχαν αρχίσει να δυναμώνουν, είχαν αποθρασυνθεί, οι κοινωνικές συνθήκες και η στρατηγική του ελληνικού κράτους τους ευνοούσε. Στη διάρκεια του 2005,  επιχείρησαν (όπως πάντα με τις πλάτες ή την ανοχή της αστυνομίας) να αποτυπώσουν αυτή τους ενίσχυση με επιθέσεις σε αναρχικές καταλήψεις, σε αγωνίστριες και αγωνιστές. Το μαχητικό αντιφασιστικό κίνημα, κυρίως εκφραζόμενο μέσα από τις γραμμές του α/α χώρου, έβαλε πολλές από τις δυνάμεις του στον αγώνα να αναχαιτιστεί ο ακροδεξιός εσμός. Απάντησε με πλήθος δράσεων  αντιβίας εναντίον των ακροδεξιών, αντιφασιστικής προπαγάνδας, ενώ πραγματοποίησε και την πολύ μεγάλη διαδήλωση της 19ης Μάη στο κέντρο της Αθήνας που ολοκληρώθηκε με συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής. Η μάχη με τον φασισμό – και σε επίπεδο «δρόμου»- είχε πια αλλάξει σελίδα και θα αποτελούσε ολοένα και περισσότερο από τότε προτεραιότητα των κινηματικών δυνάμεων. 

Την ιδια ώρα που οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του ελληνικού κράτους, παρουσίαζαν τον αντιφασιστικό αγώνα στους δρομους και τις γειτονιές της Αθήνας, ως «πόλεμο συμμοριών», μια άλλη -πραγματική- συμμορία της ΕΥΠ, ακολουθώντας τις διαταγές των αφεντικών της, θα απήγαγε και θα βασάνιζε πακιστανούς μετανάστες  τον Ιούλιο του 2005 για να τους ανακρίνει. Η δεύτερη πράξη αυτού που θα ονομαζόταν από πολλούς ως «ευρωπαϊκή 9/11», οι πολύνεκρες επιθέσεις ισλαμιστών εξτρεμιστών στο Λονδίνο ένα χρόνο μετά τις επιθέσεις στη Μαδρίτη, είχε απόηχο και στην Ελλάδα. Οι βρετανικές υπηρεσίες ασφαλείας διατάζουν τις ελληνικές να παρακάμψουν κάθε πρωτόκολλο και να απαγάγουν ανθρώπους και να τους ανακρίνουν ως υπόπτους για σχέσεις με τους βομβιστές του Λονδίνου. Το ελληνικό κράτος, που εξ αρχής συμμετείχε ενεργά στους δολοφονικούς «αντιτρομοκρατικούς» πολέμους που εξαπέλυε η Δύση στη Μέση  Ανατολή και οι οποίοι συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση από το 2001, προκαλώντας κύματα προσφύγων (που στη συνέχεια δαιμονοποιουσε ή και δολοφονούσε στα σύνορα), πρωτοστάτησε  και με αυτή την απαγωγή στους πολεμικούς σχεδιασμούς της δυτικής συμμαχίας. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία και με πολλά σημαντικά μέτωπα εντός και εκτός της χώρας ανοιχτά, το εγχώριο ανταγωνιστικό, ριζοσπαστικό, αντιπολεμικό κίνημα αλλά και ο αντιεξουσιαστικός χώρος ειδικότερα απαντούσε με όσες δυνάμεις είχε πολύμορφα και σε πολλά επίπεδα, με κεντρικό πολλές φορές σύνθημα «ούτε εθνικός, ούτε θρησκευτικός, ο δικός μας πόλεμος είναι ταξικός». 

                                                                                ***

Το τέλος αυτής της πενταετίας θα βρει τον κόσμο, τον ελληνικό χώρο και το ριζοσπαστικό κίνημα εντός του, με θεμελιώδεις αλλαγές. Μέσα σε ένα πλαίσιο νεου τύπου  παγκόσμιου πολέμου , με στρατιωτικές επεμβάσεις και συρράξεις σε κάθε γωνία του πλανήτη, με την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση να συνεχίζει την επέλασή της σε όλα τα πεδία της κοινωνικής ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος, μέσα σε ένα ελληνικό κράτος «εκσυγχρονισμένο», στο σκληρό πυρήνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, νομικά θωρακισμένο και εξοπλισμένο  στην κατεύθυνση της αντιεξέγερσης, το εγχώριο ριζοσπαστικό κίνημα συνέχισε να κάνει αισθητή την παρουσία του, πολλές φορές και με καλύτερους για αυτό όρους. Ο αναρχικός/αντιεξουσιαστικός χώρος πύκνωσε τις γραμμές του, άρχισε να απλώνεται σε μεγαλύτερα κομμάτια της μητρόπολης -και όχι μόνο- και βγήκε από αυτή την περίοδο έχοντας καταφέρει να κατοχυρώσει την διακριτή πολιτική του ύπαρξη  στην κεντρική πολιτική σκηνή με τον δικό του αυτόνομο πολιτικό λογο να φτάνει σε  ολοένα και μεγαλύτερα κομμάτια της κοινωνικής βάσης και ιδιαίτερα της νεολαίας. Η πορεία αυτή, καθόλου ανέφελη ή απολύτως ρόδινη, έθεσε με έναν τρόπο μερικές από τις βάσεις για τα κινήματα της αμέσως επερχόμενης περιόδου, όπως τα «φοιτητικά» του 2006/2007 και ο «Δεκέμβρης» του 2008, όπου ο αναρχικός χώρος ήταν πλέον σε θέση να παίξει  από σημαντικό έως και καθοριστικό ρόλο. 

                                                            ***

Όπως πάντα, σε κάθε προσπάθεια καταγραφής που έχουμε επιχειρήσει στα πλαίσια της ετήσιας ατζέντας μας,  ετσι και τώρα είναι προφανές πως οι καταγραφές αυτές – πόσο μάλλον αυτή η μικρή εισαγωγή- καταφέρνουν μόνο σε αδρές γραμμές να περιγράψουν τις περιόδους με τις οποίες καταπιάνονται, τις αναρίθμητες στιγμές του κοινωνικού και ταξικού πολέμου στον ελληνικό χώρο στις οποίες εστιάζουν και το γενικό πολιτικό και ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές εκτυλίσσονται. Ελπίζουμε πως και με αυτή τη φετινή  μας  προσπάθεια συμβάλλουμε στην ιστορική καταγραφή της περιόδου 2000-2005 από τη σκοπιά του αγώνα και κυρίως πως αυτή η προσπάθεια θα αποτελέσει ένα  έναυσμα, μια παρακίνηση για πραγματική εμβάθυνση της μελέτης της πολιτικής και της κινηματικής ιστορίας στον  ελληνικό χώρο. Μια διαδικασία εμβάθυνσης που εκτός από το να μας συγκινεί, να μας μελαγχολεί, να μας χαροποιεί μπορεί και να μας εξοπλίσει, να μας διδάξει και να μας εμπνεύσει εν όψει των αγώνων που θαρθουν.   

Scroll to Top