Για τον νέο Ποινικό Κώδικα.

Η Κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ετοιμάζεται να προβεί στην 3η κατά σειρά τροποποίηση της ποινικής νομοθεσίας από το 2019 έως και σήμερα. Αναρτώντας τον περασμένο Νοέμβρη προς δημόσια διαβούλευση ένα σύνολο αντιδραστικών τροποποιήσεων του Ποινικού Κώδικα καθώς και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, που θα επιχειρήσει τις επόμενες μέρες να τις νομοθετήσει στη Βουλή. Αναδεικνύοντας για ακόμη μια φορά την φασίζουσα ρητορεία του δόγματος νόμου και τάξης, η κυβέρνηση σκοπεύει να περάσει τα πλέον αντιδραστικά μέτρα, τα οποία έχουν ως βασικό άξονα την αυστηροποίηση των ποινών, την ποινικοποίηση της φτώχειας και την αύξηση της καταστολής ενάντια στην αγωνιζόμενη κοινωνία, έχοντας ως πρωταρχικό σκοπό την διαφύλαξη και την διαιώνιση των καπιταλιστικών και κρατικών συμφερόντων. Μέτρα τα οποία με την εφαρμογή τους θα κατακλύσουν τις ήδη ασφυκτικά γεμάτες φυλακές της χώρας πολλαπλασιάζοντας δραματικά τον αριθμό των κρατουμένων και παράλληλα θα διαμορφώσουν πρόσφορο έδαφος για την ίδρυση ιδιωτικών φυλακών. Λίγο καιρό μετά την τιμωρητική και εκδικητική αντιμετώπιση του κρατικού μηχανισμού ενάντια στον πρόσφατο αγώνα των κρατουμένων για ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης και περισσότερα δικαιώματα, η κυβέρνηση αρνείται παραδειγματικά το αίτημα για αποσυμφόρηση των φυλακών και ετοιμάζεται να στείλει στις φυλακές χιλιάδες ακόμα “παρανόμους”, φτωχές, απείθαρχους, μετανάστριες και αγωνιστές.

To σύνολο του δικαιϊκού συστήματος ενός κράτους συνιστά μια από τις πολλές υλικές αποτυπώσεις, των συσχετισμών ισχύος του κοινωνικού και ταξικού ανταγωνισμού και το καθρέφτισμα των ισορροπιών που διαμορφώνονται σε μια συγκεκριμένη συγκυρία. Ευνοϊκοί νόμοι που παραχωρούν δικαιώματα (τα λεγόμενα κοινωνικά κεκτημένα) των από τα κάτω, είναι κερδισμένο έδαφος στον κοινωνικό ανταγωνισμό για όλους και όλες μας. Σημαίνει ότι μια εξουσία σε μια δεδομένη στιγμή υποχωρεί αφήνοντας περισσότερο χώρο και περισσότερες ανάσες ελευθερίας σε καταπιεσμένους ανθρώπους ζυγίζοντας, ενδεχομένως, ότι το κόστος καταστολής είναι πιο ασύμφορο από το κόστος ανοχής. Αυτό συνεπάγεται ότι σε πρότερο χρόνο έχει δημιουργηθεί η απαιτούμενη δυναμική που αναγκάζει την εξουσία να υποχωρήσει. Η ίδια η αστική δικαιοσύνη εξάλλου και ολόκληρο το πνεύμα της που χαρακτηρίζεται από την επικράτηση του ορθού λόγου, του θετικισμού και της πτώσης των παλαιών καθεστώτων μοναρχίας, ουσιαστικά έθεσε τέλος στη λογική ότι τα καθεστώτα κατέχουν τους ανθρώπους και συνεπώς μπορούν να τους τιμωρούν όπως νομίζουν. Να τους βασανίζουν δημοσίως σε πλατείες, να τους παλουκώνουν, να τους καίνε, να τους εκτελούν εν είδη δημόσιου θεάματος. Η λογική ότι οι εξουσίες πρέπει να μπορούν να αποδείξουν ότι αυτοί που κατηγορεί είναι ένοχοι βάση μιας επιστημονικά ορισμένης διαδικασίας υπήρξε κι αυτή κάποτε στην εποχή της μια νίκη με διαχρονικό σύμβολο τη πτώση της Βαστίλης, κι αυτό καλό είναι να μην το λησμονούμε.

Οι συνθήκες στις ελληνικές φυλακές στα πενήντα χρόνια από τη μεταπολίτευση έχουν γνωρίσει πολλές αλλαγές οι οποίες δε θα συνέβαιναν αν δεν είχε εκφραστεί κάποτε αυτή η δυναμική από τους/ις ίδιους/ες τους/ις κρατούμενους/ες, σε μια εποχή μεσαιωνικών βασανιστηρίων. Μια εποχή όπου σε μια ορισμένη επικράτεια ενός αστικού εξευρωπαϊσμένου κράτους είχαν διαμορφωθεί κανονικές ζώνες εξαίρεσης των ανθρώπινων δικαιωμάτων, που υποτίθεται είναι το μεγαλύτερο χαρτί των αστικών δημοκρατιών για την προβολή του λεγόμενου δημοκρατικού ηθικού πλεονεκτήματος. Ήταν το ντόμινο των εξεγέρσεων στις φυλακές της χώρας, οι φωτιές, οι καταστροφές, η καταστολή και η όποια κατακραυγή από την έξω πλευρά των τειχών που δημιούργησε μια κατάσταση οπισθοχώρησης τις επόμενες δεκαετίες και ανάγκασαν το ελληνικό κράτος, όχι φυσικά να κάνει πάρα πολλά, αλλά το λιγότερο να συμβαδίσει με τη γενικότερη νόρμα δικαίου στην Ευρώπη.

Αυτό το λιγότερο δυνατό όμως για τους/ις κρατούμενους/ες σήμαινε διακοπή βασανιστηρίων (των πιο ειδεχθών έστω) και το δραματικό περιορισμό της σαδιστικής συμπεριφοράς των δεσμοφυλάκων. Σήμαινε την αρχή της επικοινωνίας τους με τον έξω κόσμο. Σήμαινε την δυνατότητα ανάγνωσης εφημερίδων, περιοδικών, βιβλίων. Τη δυνατότητα να ακούν μουσική, να βλέπουν τηλεόραση, να έχουν δικά τους ρούχα και παπούτσια, να μπορούν να κάνουν επισκεπτήρια, να εργάζονται για να μειώσουν την ποινή τους και το τελευταίο μέρος αυτής να το εκτίουν σε αγροτικές φυλακές. Σήμαινε τη δυνατότητα να έχουν επισκεπτήρια και να βλέπουν έστω πίσω από θολά τζάμια τις σιλουέτες των αγαπημένων τους ανθρώπων να τους αποχαιρετούν δακρυσμένοι μέχρι την επόμενη φορά. Σήμαινε τη δυνατότητα να μπορούν να μορφώνονται ακόμα κι εντός των φυλακών και ακόμα και να σπουδάζουν αν το επιθυμούν και να παίρνουν άδειες εκπαιδευτικές προκειμένου να ενισχυθεί αυτή τους η προσπάθεια. Σήμαινε τη δυνατότητα να έχουν τακτικές άδειες για μέρες ολόκληρες στο τελευταίο διάστημα της ποινής τους προκειμένου να έχουν το χρόνο να ενσωματωθούν ξανά πίσω στην κοινωνία πιο ομαλά και όχι να ανοίξει μια μέρα η πόρτα απότομα και απλά τους ξεράσει έξω. Σήμαινε αυτά κι άλλα πολλά που δε θα ήταν δυνατά αν δεν είχε χυθεί αίμα στις φυλακές και αν δεν είχε αναγκαστεί το ελληνικό κράτος να υποχωρήσει να αφήσει έδαφος για τους ανθρώπους εκείνους που έχει σε καθεστώς αιχμαλωσίας.

Και είναι αυτό το έδαφος που σταθερά πλέον επιχειρείται να παρθεί πίσω μέσω διαδοχικών νομοθετικών παρεμβάσεων. Φυσικά, αυτό δε συμβαίνει μόνο στο πεδίο των φυλακών. Η «πολιτική ηγεμονία» που απολαμβάνει την τελευταία περίοδο η νεοφιλελεύθερη δεξιά και η Ακροδεξιά που εγκολπώνονται αρμονικά στο εσωτερικό της ΝΔ, χρησιμοποιείται ως το εφαλτήριο της εφαρμογής της πιο ακραία επιθετικής πολιτικής σε όλα τα κοινωνικά πεδία. Απελευθέρωση των εξώσεων, ενίσχυση των ενεργειακών και εμπορικών μονοπωλίων και άρα της ακρίβειας, εργασιακές αναδιαρθρώσεις υπέρ των αφεντικών, αναδιαρθρώσεις και αντιμεταρρυθμίσεις των πανεπιστημίων, όξυνση της ρατσιστικής αντιμεταναστευτικής πολιτικής, εξοπλιστικά προγράμματα πολλών δισεκατομμυρίων, ενίσχυση των σωμάτων ασφαλείας και εντολή προς αυτά για όξυνση της δολοφονικής βίας, είναι μόνο κάποια από τα κομμάτια που συνθέτουν το πλέγμα της κρατικής πολιτικής σε αυτή τη συγκυρία.

Ο προς ψήφιση νέος ποινικός κώδικας είναι ένα κομμάτι -θεμελιώδες πάντως- αυτού του πλέγματος και μόνο ως τέτοιο μπορεί να κατανοηθεί σε όλη του την έκταση και το πολιτικό του βάθος. Οι αλλεπάλληλες και πολυεπίπεδες κρίσεις της τελευταίας δεκαπενταετίας αλλά και η σημερινή συνθήκη των πολέμων ακόμα και σε ευρωπαϊκό έδαφος, των πληθωριστικών πιέσεων και των νέων πολιτικών λιτότητας και του ενδεχόμενου κοινωνικού αναβρασμού οδηγούν τα κράτη σε μια ολοένα και εντεινόμενη θωράκιση απέναντι σε εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς. Η ποινική νομοθεσία είναι από τις αιχμές του δόρατος αυτών των στρατηγικών και το ελληνικό κράτος βρίσκει την ευκαιρία να «εκσυγχρονιστεί» και σε αυτή την κατεύθυνση ευθυγραμμιζόμενο με τις σκληρότερες εκδοχές του δυτικού νομικού οπλοστασίου, όπως αυτές έχουν αρχίσει να διαμορφώνονται με την κήρυξη του πολέμου ενάντια στην τρομοκρατία από το 2001 και μετά.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, έρχονται οι νέες αλλαγές, έχοντας με κεντρική βάση την ακόμα μεγαλύτερη συρρίκνωση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και των κρατουμένων. Επιχειρείται να περάσουν αυξήσεις στα όρια των ποινών καθώς και πραγματική έκτιση (φυλάκιση) για ποινές άνω των τριών ετών. Επιπλέον αυστηροποιούνται οι προϋποθέσεις για την υφ’ όρων απόλυση, αφού θα εξαρτάται από υποκειμενικούς παράγοντες, όπως η «επικινδυνότητα του εγκλήματος» και τα «ατομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά του/της υπόδικου», οι οποίοι θα εναπόκεινται στην κρίση των δικαστικών συμβουλίων, ανεξαρτήτως εάν έχει συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος έκτισης της ποινής. Δίνεται δυνατότητα εξίσωσης της απόπειρας με την τετελεσμένη πράξη καθώς και του συνεργού με τον φυσικό αυτουργό μέσα σε ένα επιτηδευμένα ασαφές πλαίσιο. Καθίσταται μη απαραίτητη η φυσική παρουσία των μπάτσων στις δίκες με την αποδοχή μόνο των γραπτών τους καταθέσεων (με εξαίρεση ειδικών περιπτώσεων), γεγονός στο οποίο πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία, καθώς έχει διαπιστωθεί, πως με την παρουσία τους στο ακροατήριο πέφτουν σε διαρκείς αντιφάσεις, καταδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο τα στημένα κατηγορητήρια της ΕΛ.ΑΣ και των επιμέρους υπηρεσιών. Επιπροσθέτως, θα δύναται να πραγματοποιηθεί η εξέταση των μαρτύρων και των κατηγορούμενων από απόσταση (τηλεδίκες), ενώ η επίδραση των ελαφρυντικών μειώνεται και ορίζεται μια μόνο επιτρεπόμενη αναβολή ανά υπόθεση. Σε αυτή την κατεύθυνση, λοιπόν, εξαλείφονται οποιεσδήποτε υπάρχουσες δικλείδες ασφαλείας υπέρ των κατηγορουμένων, αφήνοντάς τους ακόμη πιο απροστάτευτους απέναντι στο αιμοδιψές δικαστικό σύστημα. Παράλληλα, επανεμφανίζονται οι εναλλακτικές μορφές έκτισης ποινής μέσω κοινωφελούς εργασίας, αλλά και η μετατροπή ποινής σε χρηματικό ποσό, καθώς αυξάνονται και τα απαιτούμενα ποσά παραβόλων, αναδεικνύοντας για ακόμη μια φορά το ταξικό πρόσημο της δικαιοσύνης.

Όπως προκύπτει από τα παραπάνω είναι δεδομένο ότι το όποιο έδαφος είχε χαθεί από πλευράς κράτους εντός των φυλακών, η εξουσία το διεκδικεί ρεβανσιστικά ξανά πίσω. Η κεντρική ιδέα πίσω από όλες τις καινούργιες αλλαγές, και πίσω και από τις πιο πρόσφατες, είναι ότι η κυριαρχία επαναδιεκδικεί τον απόλυτο έλεγχο στη μοίρα των ανθρώπων που κρίνονται εκτός πεδίου σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Είναι φανερό, επίσης, ότι η πολιτική διαχείριση του ελληνικού κράτους νιώθει αρκετή αυτοπεποίθηση να εφαρμόσει αυτήν την ατζέντα θεωρώντας ότι έχει κτίσει την ηθική και πολιτική βάση νομιμοποίησης της.

Για εμάς από την άλλη είναι προφανές πως η αστική δικαιοσύνη δεν είναι παρά η αιχμή του δόρατος του κρατικοκαπιταλιστικού συμπλέγματος εξουσίας. Είναι αυτή που διασφαλίζει την κανονικότητα της εκμετάλλευσης, της αδικίας και της κοινωνικής ανισότητας. Η ποινική νομοθεσία είναι ταυτόχρονα και το όπλο με το οποίο κράτος και κεφάλαιο διαφυλάττουν την αναπαραγωγή και επέκταση της κυριαρχίας τους, επομένως δεν αποτελεί ένα ουδέτερο πολιτικά και ταξικά θεσμό, δήθεν υπεύθυνο για την εξάλειψη μιας κοινωνικής δυσαρμονίας που ονοματίζουν «έγκλημα» συσκοτίζοντας ότι αυτό δεν παράγεται “εν κενώ” αλλά είναι άρρηκτα συνυφασμένο με την υλική, ταξική και κοινωνική πραγματικότητα.

Για εμάς, ως ταμείο Αλληλεγγύης φυλακισμένων και διωκόμενων αγωνιστ(ρι)ών, η σημερινή συγκυρία και η προοπτική ψήφισης ενός τόσο σκληρού ποινικού κώδικα αποτελεί μια στιγμή κρίσιμη στην ιστορία των αγώνων εντός και εκτός των «τειχών».

Αν η νομοθεσία αυτή πράγματι εφαρμοστεί, μεγάλα κοινωνικά κομμάτια -προφανώς, τα κατώτερα- αλλά και ο κόσμος του ριζοσπαστικού αγώνα θα βρεθεί σε ένα περιβάλλον πραγματικά πρωτόγνωρο για τις τελευταίες δεκαετίες. Αφενός οι ήδη πολιτικοί κρατούμενοι και κρατούμενες θα γνωρίσουν ένα ακόμα βαναυσότερο καθεστώς εξαίρεσης και απομόνωσης, αφετέρου το σύνολο των αγωνιζομένων θα βρεθεί σε μια πολύ πιο δυσχερή θέση από αυτήν που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Καθώς όλα τα μέσα αγώνα ποινικοποιούνται σε τόσο ακραίο βαθμό, θα είναι ίσως πολλές και πολλοί αυτοί που στο άμεσο μέλλον θα κινδυνεύσουν με μικρότερες ή μεγαλύτερες φυλακίσεις. Η κρατική πολιτική της προληπτικής αντιεξέγερσης φαίνεται πως ξεδιπλώνεται χωρίς κανέναν πλέον φραγμό και δισταγμό. Η επιχείρηση εκφοβισμού, διάβρωσης και ακινητοποίησης του κόσμου του αγώνα πρέπει να βρει ισχυρή αντίσταση όχι μόνο πριν, αλλά και μετά την ενδεχόμενη ψήφιση του Π.Κ. Δεν είναι η πρώτη φορά που η κυριαρχία ονειρεύεται το τέλος της ιστορίας, το τέλος του αγώνα, του κοινωνικού και ταξικού πολέμου, το τέλος της πολύμορφης πολιτικής αντί-βίας. Θα είναι, αντίθετα, η πολλοστή φορά που θα πρέπει να αγωνιστούμε με όλες τις δυνάμεις μας για να αποτύχει.

ΑΓΩΝΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

ΚΑΝΕΝΑ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ/ΕΣ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΥΣ/ΕΣ

Ταμείο Αλληλεγγύης
Scroll to Top