Ταμείο αλληλεγγύης φυλακισμένων και διωκόμενων αγωνιστών
homepage / Ενημερωση - επικαιροτητα

Δήλωση του Κ.Γουρνά στο εφετείο του ΕΑ

Υπάρχει, ευτυχώς, παραπάνω από ένας τρόπος για να υπερασπιστεί κάνεις την πολιτική του ιστορία και, μάλιστα, μέσα σε μια αίθουσα δικαστηρίου. Ο αγώνας των ανθρώπων που παλεύουν για μια κοινωνία ισότητας και δικαιοσύνης οφείλει, πρώτα απ όλα, να μην έχει παρωπίδες και να μην είναι μονοδιάστατος. Ωστόσο, υπάρχει και μια πληθώρα τρόπων να ευτελίσει κάνεις μία ιστορία, και μάλιστα υπό το προκάλυμμα της επαναστατικής πλειοδοσίας.

Από την αρχή αυτού εδώ του εφετείου, τόνισα ότι θα υπερασπιστώ την πολιτική μου ιστορία, την οργάνωση μέσα στο την οποία πάλεψα, πρώτα απ όλα για να τιμήσω τον ίδιο τον αγώνα και την παράδοση των πολιτικών κρατουμένων. Είχα πει, επίσης, ανοιχτά ότι θα παλέψω για τη μείωση της ποινής μου, δίχως να θεωρώ ότι η βαρύτητα ενός αγωνιστή καθορίζεται από την πλάστιγγα της ποινικής δικαιοσύνης. Θα το κάνω αυτό χωρίς να κάνω εκπτώσεις στην αξιακή ή την πολιτική μου υπόσταση. Το ποια θα είναι η υπερασπιστική μου γραμμή, δε θα υπαγορευτεί από κανέναν ένθεν κακείθεν της έδρας. Οι αγωνιστές όταν χρειάζεται να σιωπούν, δεν το κάνουν ούτε επειδή το παίζουν μουγγοί ούτε γιατί έχουν φαρυγγίτιδα…

Σε αυτό το δικαστήριο ακούστηκαν πολλά, ήδη. Ομολογουμένως, πολύ περισσότερα απ ότι κι ο ίδιος θα περίμενα, ωστόσο δεν είναι δική μου δουλειά να το κρίνω ή να το αξιολογήσω. Αυτό που είναι, αποκλειστικά, δική μου δουλειά να κρίνω μέσα στην ίδια αυτή αίθουσα είναι η τοποθέτηση ενός εκ των συγκατηγορουμένων μου, η οποία με αφορά άμεσα. Αναφέρθηκε, λοιπόν, στη συμπλοκή της Δάφνης ως ένα λάθος των ανθρώπων που συμμετείχαν σ αυτή -μιας και ο ίδιος, κατά δήλωσή του, κοιμόταν- και στην αντίθετη περίπτωση θα ήταν εκείνος η αιτία να μην είχε συμβεί τίποτε από όλα αυτά.

Τρία είναι τα σημεία στα οποία θα σταθώ…

Ο κάθε κατηγορούμενος που έχει αναλάβει την πολιτική ευθύνη για την οργάνωση μπορεί, για τους δικούς του λόγους αν θέλει, να πει αν συμμετείχε σε κάποια ενέργεια κτλ. Γι αυτό, δίνει λογαριασμό στον εαυτό του και μόνο, χωρίς να υπάρχουν έμμεσες ή άμεσες συνέπειες για άλλους. Αυτό που δε μπορεί να κάνει είναι να λέει που ΔΕΝ ήταν. Μπορεί να φανταστεί κανείς τι θα συνέβαινε αν όλοι το κάναμε αυτό. Μάλιστα, στο πρώτο δικαστήριο, τούτο δεν έγινε παρά τη θερμή επίκληση του εισαγγελέα προς το μέρος μου να το πράξω. Ακόμα, αυτό που δε μπορεί να λέει είναι ότι όλα τα μέλη της οργάνωσης έκαναν τα πάντα. Είναι ένα θέμα η ορθή επιχειρηματολογία για τη μη ύπαρξη διευθυντών, όμως αυτό δε συνεπάγεται το πρώτο.

Όσον αφορά τώρα την κριτική για τη Δάφνη. Απ ότι είμαι σε θέση να γνωρίζω λίγο περισσότερο τον Λάμπρο Φούντα, ξέρω ότι δεν πρόκειται για κάποιον αδαή που παρασύρθηκε να βρεθεί στη Δάφνη. Προφανώς, εικάζω ότι ήταν και δική του συναπόφαση το συγκεκριμένο μέρος. Άρα, έπειτα από επτά χρόνια όπου ο σύντροφος είναι νεκρός, για πρώτη φορά δέχεται κι ο ίδιος κριτική -για να μη χρησιμοποιήσω άλλη λέξη- για το σφάλμα του να τον σκοτώσουν στη Δάφνη και να μην ξαπλώσει τους μπάτσους στο δρόμο. Και όλα αυτά, όχι μέσα σε ένα ένα καφενείο, σε ένα κελί φυλακών ή σε μια κουζίνα, αλλά μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου. Ο Χαρίλαος Φλωράκης είχε πει κάποτε: «Παινεύουν τους πεθαμένους για να θάψουν τους ζωντανούς». Τώρα, πια, έχουμε φύγει κι από αυτό το στάδιο. Ο Λάμπρος Φούντας ξανασκοτώνεται δημόσια. Όχι στα σκοτεινά στενά της Δάφνης, αλλά στο άπλετο φως του επαναστατικού αμοραλισμού.

Άφησα τελευταία την οργάνωση. Εδώ και επτά χρόνια ο καθένας από μας κρίνεται, τόσο από την κοινωνία, αλλά και από το κίνημα. Και έτσι πρέπει. Ποτέ σε όλα αυτά τα χρόνια δεν προσδιόρισα τον εαυτό μου ως επαναστάτη, αλλά ως αγωνιστή. Αυτό μου αντιστοιχεί. Ποτέ δε διανοήθηκα να μονοπωλήσω την ιστορία του Επαναστατικού Αγώνα ρίχνοντας το ανάθεμα σε οποιονδήποτε άλλο. Όμως, και πότε δε διανοήθηκα να αποποιηθώ την πολιτική ευθύνη για την ήττα της οργάνωσης το 2010 και πολύ περισσότερο για εκείνη την κομβική στιγμή της συμπλοκής στη Δάφνη. Τούτο το ατόπημα, είμαι βέβαιος ότι δεν θα ξεπλυθεί πότε από την Ιστορία.

Όποιος έχει έρθει στο εφετείο για να λύσει πολιτικούς ή άλλους λογαριασμούς στα πλαίσια της οργάνωσης να συνειδητοποιήσει, ακόμη και την ύστατη ώρα, ότι αυτό γίνεται δημόσια, μπροστά στα άγρυπνα μάτια του εχθρού που επιβάλλει και τις ποινές. Κι αυτό, φυσικά, κρίνεται αναλόγως…