Ταμείο αλληλεγγύης φυλακισμένων και διωκόμενων αγωνιστών
homepage / Ανακοινώσεις,Κείμενα/Γράμματα

Πολιτική συνεισφορά του Κ.Γουρνά στο εφετείο της υπόθεσης Βελβεντό Κοζάνης, 30/03/2017

Καταρχάς, είναι πραγματικά μεγάλη η τιμή να υπερασπίζομαι τους δύο συντρόφους, Δημήτρη και Νίκο, αλλά και κατ’ επέκταση να βρίσκομαι από τη μεριά όλων των κατηγορουμένων αυτής της υπόθεσης που δικάζετε αυτές τις μέρες. Κι αυτό δεν είναι ένας τυπικός λόγος ευγένειας ενός μεγαλύτερου ως προς νεότερους συντρόφους, αλλά πραγματικά – δίχως να γνωρίζω ή να γνώριζα κανέναν τους – ξέρω ότι έχουν δώσει τα καλύτερα δείγματα γραφής τόσο σε αγωνιστικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο ήθους. Ειδικότερα για τους δυο, τους οποίους υπερασπίζομαι και γνώρισα κάπως κατά τη διάρκεια της φυλάκισης μου, έχω να πω πως πρόκειται για δύο πραγματικά εξαιρετικά παιδιά, δυο σπάνιους χαρακτήρες. Και τους λέω παιδιά – κι ας μη με παρεξηγήσουν γι’ αυτό – όχι φυσικά για να υποτιμήσω τα κίνητρα ή την ιδεολογική τους επάρκεια, ούτε φυσικά διότι έχουμε κάποια δραματική διαφορά ηλικίας. Τους αποκαλώ έτσι, γιατί τα βιώματα που έχω από την φρικτή και συνάμα συγκλονιστικά υπερήφανη στιγμή της σύλληψής τους χαράχτηκαν τόσο βαθιά μέσα μου, που προσιδιάζανε σε πλήγμα απέναντι στα δικά μου παιδιά. Όμως, δεν βρίσκομαι εδώ για να παρουσιάσω τους συντρόφους μου στον αγώνα για έναν δίκαιο κόσμο, ως απλά “τα καλά παιδιά της διπλανής πόρτας”. Βρίσκομαι ως αλληλέγγυος, ως συναγωνιστής που από το δικό του μετερίζι προσέφερε – και προσπαθεί να συνεχίσει να το κάνει- αυτό που του αντιστοιχούσε- ίσως- για την πρόοδο του κινήματος για την κοινωνική απελευθέρωση.

Η υπόθεση της διπλής απαλλοτρίωσης στο Βελβεντό Κοζάνης και η ανάδειξη των συντρόφων και της ιστορίας τους μέσα από τις τότε συλλήψεις, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η αποτύπωση της ριζοσπαστικοποίησης μιας ολόκληρης γενιάς. Εκείνης της γενιάς που ενηλικιώθηκε στη δεκαετία των ’00, τη δεκαετία απατηλής ευημερίας, του καταναλωτισμού, της γενικευμένης ευφορίας, της αισιοδοξίας που πλανιόταν στον αέρα μετά την Ολυμπιάδα του 2004, αλλά και της κοινωνίας των 2/3, της εξατομίκευσης, των κάλπικων ονείρων. Ένα κομμάτι της νεολαίας που δεν αφομοιώθηκε από αυτόν τον αχταρμά της θεαματικής προώθησης υπηρεσιών, κυρίως από τον τραπεζικό κλάδο, ένιωθε την ασφυξία της μοναξιάς, του ιδιαίτερου, του εκτός πλαισίου, ίσως και του αντικοινωνικού. Η πολιτικοποίησή της στον αναρχικό χώρο, που εδώ και δεκαετίες αποτελεί σε κινηματικό επίπεδο, την πιο μαχητική αντικαθεστωτική δύναμη, έφερε μία νέα τάση στο προσκήνιο με περίσσευμα πάθους, αγωνιστικότητας και ορμής. Τη μέρα που γεννιόνταν τα δικά μου παιδιά, λοιπόν, στις 6 Δεκέμβρη του 2008, πέθαινε ένα άλλο παιδί. Δολοφονούνταν, για την ακρίβεια, από τον μπάτσο Κορκονέα. Μαζί του δολοφονούνταν και οι καρδιές όλων αυτών των παιδιών και παράλληλα γεννιούνταν μέσα σε ένα βράδυ άντρες. Η Ελλάδα θα άλλαζε για πάντα μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη. Και σαν από ένστικτο, θα λειτουργούσαν οι εξεγερμένοι σαν οι προάγγελοι του γενικευμένου ξεσηκωμού που θα συνέβαινε αργότερα, όταν θα ξεφούσκωνε σα μπαλόνι η οικονομία της χώρας. Όταν θα ερχόταν η χρεοκοπία σε πολλαπλό επίπεδο. Εκείνη τη ριζοσπαστικοποίηση που έφερε ο Δεκέμβρης, δικάζετε, στην πραγματικότητα, στα πρόσωπα των συντρόφων.

Ωστόσο, αυτή είναι μόνο η μία πλευρά της αλήθειας. Πιστεύω ότι και οι ίδιοι οι σύντροφοι θα θεωρήσουν ότι τους αδικώ παρουσιάζοντας τη δράση για την οποία κατηγορούνται, για την οποία ξυλοκοπήθηκαν άγρια και για την οποία πληρώνουν, άλλωστε, βαρύ τίμημα – αναντίστοιχο σε κάθε περίπτωση ακόμα και για τα δικονομικά πλαίσια. Και το λέω αυτό γιατί σίγουρα η δράση τους δεν έχει μόνο τα χαρακτηριστικά του ετεροκαθορισμού, ως μία αντίδραση δηλαδή της νεολαίας στη δολοφονία ενός συμμαθητή ή φίλου. Οι σύντροφοι είναι πολιτικά δραστηριοποιημένοι και μάλιστα έντονα. Ποιος θα ξεχάσει την αμίμητη συγκλονιστική εικόνα του Νίκου Ρωμανού, δεμένου πισθάγκωνα με μώλωπες στο πρόσωπο να φωνάζει ανάμεσα σε αστυνομικούς. Ναι κύριοι, αυτή είναι η Αναρχία. Το καμάρι μας. Κι αυτοί οι σύντροφοι φρόντισαν να το αποδείξουν με τη στάση τους. Γιατί το θέμα εδώ δεν είναι μόνο τα αίτια που αυτή η γενιά σήκωσε τα όπλα ενάντια στο σύστημα. Αυτό εξηγείται εύκολα. Αλλά και τα όπλα δεν μιλάνε από μόνα τους. Χρειάζονται ακέραιους χαρακτήρες να τα βαστούν. Και τούτοι δω είχαν κάθε λόγο για να το κάνουν. Δεν λιγοψύχησαν, πάντα στην πρώτη γραμμή. Αυτή είναι η Αναρχία και τούτοι εδώ ως τέτοιοι έκαναν τις επιλογές τους. Η επίθεση στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα ήταν και είναι αυτοκαθόριστη επιλογή τους. Η επιλογή τους αυτή ενσάρκωσε τόσο την αγανάκτηση χιλιάδων δανειοληπτών, χιλιάδων εργαζομένων που ταλαιπωρούνται από τις τράπεζες, αλλά και παράλληλα συσσωρεύουν την οργή τεσσάρων δεκαετιών – της μεταπολίτευσης- για τη χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος που κατέκλεψε και διαμοίρασε στα αφεντικά τον πλούτο της χώρας. Γι’ αυτό να έχετε υπόψη σας ότι αυτοί τους οποίους δικάζετε δεν είναι μόνοι. Κουβαλάνε μέσα τους έναν ολόκληρο λαό, μα κυρίως ο ίδιος ο λαός τους κουβαλά στην καρδιά του.

Οι απαλλοτριώσεις τραπεζικών ιδρυμάτων δεν είναι μία σύγχρονη υπόθεση για τους αναρχικούς. Είναι μία δραστηριότητα που απαντάται για τουλάχιστον έναν αιώνα και αντικατοπτρίζει την επιλογή – είτε σε ατομικό είτε σε συλλογικότερο επίπεδο- της αναδιανομής με τη βία ενός μέρους από τον κοινωνικό πλούτο που αρπάζουν ληστρικά τα «ευαγή» αυτά ιδρύματα. Διαχρονικά, η λειτουργία των τραπεζών είναι να σωρεύει τα χρήματα των πολλών και να τα πολλαπλασιάζει προς όφελος των μετόχων της. Και βέβαια, σε περίπτωση χρεοκοπίας – όπως σίγουρα όλοι ξέρουμε από κάποιες πρόσφατες εμπειρίες- καλούνται πάλι οι πολλοί, όχι μόνο να μην αποζημιωθούν για το χάσιμο των αποταμιεύσεών τους, αλλά και να αναλάβουν να διασώσουν τα ίδια κεφάλαια των τραπεζών. Χαρακτηριστικά παραδείγματα των τελευταίων ετών ήταν η Κύπρος και η Ελλάδα που μέσω των διαδικασιών bail in και out, οι φτωχότεροι επιμερίστηκαν το βάρος της διάσωσης των τραπεζών. Βέβαια, κύριοι, σε αυτές τις περιπτώσεις όπου πρέπει να σωθεί ο καπιταλισμός δεν παρεμβαίνει η εισαγγελία του Αρείου Πάγου, δεν ασκούνται διώξεις. Αλήθεια, τι απέγινε με τα χρήματα των χιλιάδων μικροομολογιούχων που έχασαν τις αποταμιεύσεις τους σε ένα βράδυ με το PSI; Εκεί δεν συνέβη ληστεία; Μήπως επειδή δεν κρατούσαν καλάσνικοφ οι δράστες; Όμως για τη δικαιοσύνη της αστικής τάξης ο μόνος κανόνας είναι ο εξής: Σημασία έχει ποιος κάνει τη ληστεία. Αν είναι στον πάτο της κοινωνικής πυραμίδας τότε είναι εγκληματίας. Αν είναι στην κορυφή μπορεί να προσφωνηθεί και εθνικός ευεργέτης. Εδώ, όμως, δεν ήρθα να γκρινιάξω για κάτι που είναι πασίδηλο. Ότι η αστική δικαιοσύνη έχει σαφή ταξικά χαρακτηριστικά. Εδώ, όπως και οι σύντροφοι, ήρθα να δώσω μία μάχη για αυτό που, καταρχήν, επιθυμούν.

Ας γυρίσω, όμως, λίγο πίσω στη ριζοσπαστικοποίηση που παρατηρήθηκε προς το τέλος της περασμένης δεκαετίας και ειδικότερα μετά την εξέγερση του ’08. Το γεγονός πιστοποιείται άλλωστε – δυστυχώς- και από τους δεκάδες αγωνιστές, νεαρής ηλικίας ως επί το πλείστων, που βρέθηκαν στη φυλακή. Η πολιτική μας μήτρα, η Αναρχία, είναι μία πρόταση αγώνα που θα έλεγα, εμπεριέχει μία ευελιξία, μία πλαστικότητα επιλογών. Στους κόλπους της ενυπάρχουν διάφορες τάσεις που στη σύνθεσή τους φτιάχνουν αυτό το όμορφο αποτέλεσμα. Τώρα θα μου πείτε ίσως και εύλογα, πώς μπορώ να αποκαλώ όμορφα τα όπλα, τις βόμβες ή ακόμα και τις φυλακές. Την απάντηση την έχετε ήδη μπροστά σας. Ο άνθρωποι είναι που δίνουν χαρακτηριστικά στα μέσα που χρησιμοποιούν και όχι το αντίθετο. Η απόκτηση όπλων για τους αναρχικούς είναι ένα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο. Υπάρχουν τάσεις όπως αυτή στην οποία ανήκα εγώ, πού πήραν τα όπλα για να φτιάξουν οργανώσεις ένοπλης πάλης με συγκεκριμένη στρατηγική και στόχευση. Υπάρχουν, βέβαια, και πιο διάχυτες καταστάσεις αγωνιστών που κάτω από την πίεση των συνθηκών εξοπλίστηκαν είτε για την αυτοπροστασία τους είτε για να προχωρούν σε ακτιβιστική δράση χαμηλότερου βεληνεκούς με κάλυψη ασφαλέστερων μέσων. Μάλιστα, σε περιόδους έντονης πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης, το δεύτερο φαινόμενο ήταν αρκετά σύνηθες. Όταν γύρω σου σφυρίζουν οι σφαίρες, όταν δίπλα σου σκοτώνεται ένας άοπλος νέος αγωνιστής, τότε το μαχαίρι σου μπαίνει στο λαιμό. Και πίστεψέ με, δεν είναι ο σύντροφος που στο βάζει. Είναι ο ίδιος ο καπιταλισμός και το βάρβαρο κράτος που τον υπηρετεί. Όταν ο λαός εξεγείρεται και το κράτος βγάζει τα όπλα, τότε δεν έχει καμία ηθική, κοινωνική, πολιτική νομιμοποίηση να απαιτεί τον αφοπλισμό των καταπιεσμένων.

Εδώ θα σταθώ στο ζήτημα της κατοχής όπλων και από μία ακόμη σκοπιά πέρα από την αμιγώς πολιτική. Σίγουρα δεν ανήκουμε σε μία κοινωνία που όπως άλλες έχουν στην κουλτούρα τους την κατοχή οπλισμού. Στην Ελλάδα – εκτός από ορισμένες νότιες περιοχές- το φαινόμενο είναι σχεδόν δαιμονοποιημένο. Εμείς ως αναρχικοί έχουμε ως απώτερο σκοπό την κοινωνική επανάσταση. Μία διαδικασία που θα θέλαμε να φέρει την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ ισότιμων ανθρώπων και την επιμέρους πρόοδο τόσο του καθενός όσο και συνολικά του πολιτισμού. Είναι, όμως, προφανές ότι αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με μέσα που δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα. Στο γεγονός δηλαδή ότι ο καπιταλισμός είναι ένα καθεστώς σε πολεμική συνθήκη και η ίδια η τάξη που τον δομεί, η άρχουσα, όχι μόνο δεν είναι διατεθειμένη να εγκαταλείψει την εξουσία και τα προνόμια της, αλλά προωθεί τον πόλεμο σε κάθε έκφανση της ζωής μας. Είναι εντελώς παράλογη, ανορθολογική και συνάμα ιστορικά αντιδιαλεκτική η όποια θεώρηση θέλει τους καταπιεσμένους, αυτούς που δέχονται τον πόλεμο, να μην απαντάνε ή έστω να φροντίζουν για την προστασία της τάξης τους. Εμείς, κύριοι, βρισκόμαστε στην άμυνα. Και οι μικρές, οι ελάχιστες αυτές επιθετικές εκλάμψεις δεν μας εξαιρούν από αυτό το στάτους. Δεν είμαστε εμείς οι απολογούμενοι εδώ. Άλλοι είναι αυτοί που θα λογοδοτήσουν κάποια στιγμή και οι μεγαλοτραπεζίτες πρώτοι από όλους. Για αυτό σας λέω ότι είναι εξοργιστικό να αντιμετωπίζουν αυτοί οι σύντροφοι όλη την μήνι του αστυνομικο-δικαστικού μηχανισμού και μάλιστα με απόλυτη συνέπεια όλα αυτά τα χρόνια. Γιατί πράγματι η ποινική αντιμετώπιση που απέλαβε ειδικά αυτή η γενιά των νεαρών αγωνιστών ήταν απροκάλυπτα εξοντωτική.

Υπάρχει ένα ευδιάκριτο νήμα που συνδέει το Δεκέμβρη και τις τότε ευθείες συστάσεις για την επιβολή στρατιωτικού νόμου, με την επιμονή των μηχανισμών να κάμψουν το φρόνημα αυτής της γενιάς με μία διαρκή καταστολή. Τόσο σε δικονομικό επίπεδο, το οποίο συνδεόταν άμεσα με αυτές τις πολιτικές επιλογές που προανέφερα να τελειώσουν μ’ αυτή τη γενιά, όσο και σε αστυνομικό, η κοινή πλεύση να φορτωθούν οι σύντροφοι με ατελείωτες δικογραφίες και μεγάλες ποινές ήταν εμφανείς. Δεν μπορώ να ξεχάσω φυσικά το πρώτο δικαστήριο για την υπόθεση Χαλανδρίου, που οι σύντροφοί φορτώθηκαν με ποινές μεγαλύτερες και από εκείνες για την οργάνωση του Επαναστατικού Αγώνα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα κακοποίησης ακόμα και της ίδιας της ποινικής δικαιοσύνης είναι στο παρόν δικαστήριο η εμφάνιση της κατηγορίας της οπλοκατοχής ως διακεκριμένη. Κάτι που στη δική μας υπόθεση του Ε.Α. υπήρχε ως απλή κατοχή και επιτρέψτε μου να μην αναφερθώ στον κατάλογο των όπλων που βρέθηκαν εκεί. Η αναντιστοιχία βέβαια είναι πρόδηλη. Ακόμα και στη φύση των “αδικημάτων”. Όμως ερχόμαστε εδώ να δούμε αυτή την κατηγορία και τι εξυπηρετεί. Μα, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά ακόμη μία έντεχνη προσπάθεια να φουσκώσει το κατηγορητήριο και να μείνουν ψηλά οι ποινές. Και εδώ δεν έχω έρθει για να υπερασπιστώ την όποια χρηστή ορθότητα της ποινικής δικαιοσύνης. Ωστόσο, δεν είμαι και διατεθειμένος να αποδεχτώ ένα παράλογο τέχνασμα εκ μέρους του βουλεύματος, το οποίο έχει ως αποκλειστικό στόχο να κρατήσει στη φυλακή για όσο περισσότερο χρόνο τους συγκεκριμένους αγωνιστές. Πιστεύω ότι τουλάχιστον το συγκεκριμένο σημείο είναι κάτι το οποίο οφείλει να διορθωθεί, ακόμα και για το δικό σας αξιακό κώδικα.

Είστε αντιμέτωποι με μία φουρνιά αγωνιστών που μεγάλωσε, ενηλικιώθηκε και ανδρώθηκε πολιτικά στο μεταίχμιο μιας ολόκληρης εποχής. Η Ελλάδα δεν θα είναι ποτέ εκείνη που ξέραμε. Οι πολιτικές των μνημονίων που επιβλήθηκαν τα τελευταία χρόνια από το ευρωπαϊκό και το υπερατλαντικό διευθυντήριο, σε αγαστή συνεργασία με την εγχώρια ελίτ, ήρθαν για να μείνουν. Καθιστώντας τον τόπο αυτό που πολλοί από μας ονειρευτήκαμε έναν καλύτερο κόσμο, ένα τόπο άγονο και έναν λαό υπόδουλο, ταπεινωμένο. Με την επίσημη τοποθέτηση, πια, της Ε.Ε. ως ενός οργανισμού πολλών ταχυτήτων, το μνημόνιο θα εδραιωθεί ως ένα διαρκές καθεστώς έκτακτης ανάγκης με στόχο τον δημοσιονομικό στραγγαλισμό του λαού και κατ’ επέκταση τη διαρκή καταστολή κάθε αντίδρασής του. Αυτά τα παιδιά, αλλά και τα παιδιά τους θα ζήσουνε μέσα στα αποκαΐδια της καπιταλιστικής κρίσης και του πολέμου. Μέσα στην απόλυτη καταστροφή του παραγωγικού ιστού, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και την μετανάστευση για ένα καλύτερο μέλλον. Οι σύντροφοι αυτοί, αφού επιμένετε να τους δικάζετε, θα έπρεπε να δικάζονται για πταίσματα, ακόμα και για την δική σας δικονομία. Γιατί η απαλλοτρίωση μιας τράπεζας δεν είναι τίποτα μπροστά στα εγκλήματα κατά συρροή που συντελούνται στις μέρες μας από τους τραπεζίτες, το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Και φτάνει να ρίξει κανείς μία καλή ματιά στο βλέμμα τους για να καταλάβει ότι αντιπροσωπεύουν το πιο υγιές κομμάτι της νεολαίας. Αυτό που αντιστέκεται στη νέα κατοχή ντόπιων και ξένων αφεντικών. Αυτό που παίζει το κεφάλι του για να στείλει το μήνυμα της αξιοπρέπειας. Αυτούς δικάζετε κύριοι. Τους άριστους.

Δεν υπάρχει κανένας από την πλευρά τη δικιά μας, από την πλευρά των συντρόφων που υπερασπίζομαι, που να προσβλέπει σε μία καλύτερη αντιμετώπιση του δικαστηρίου σας, λόγω πιθανών εκπτώσεών του στο λόγο και στη στάση του. Όχι, τούτα τα πράγματα δεν θα τα βρείτε σε αυτούς τους δύο. Φαντάζομαι ότι εκείνοι θα τα πουν πολύ καλύτερα απ’ ότι εγώ, για τον εαυτό τους. Στέκονται απέναντί σας δύο άνθρωποι που με εντιμότητα και θάρρος ανέλαβαν πολιτικά τις πράξεις τους και εξήγησαν με παρρησία τα κίνητρα που τους οδήγησαν σε αυτή τους την επιλογή. Το ίδιο θα κάνουν και παρακάτω. Οι σύντροφοι και οι αλληλέγγυοι με αυτούς, δεν ζητάμε ελεημοσύνη. Ο καθένας φυλακισμένος θα ήθελα μία ώρα αρχύτερα πίσω την ελευθερία του. Πόσο μάλλον όταν την έχασε τόσο νωρίς, σχεδόν παιδί. Ωστόσο, κανένας τίμιος αγωνιστής δεν θα μπορούσε να σταθεί ούτε ένα λεπτό ως ελεύθερος άνθρωπος, κυνηγημένος από τα δεσμά και τις ερινύες της λιγοψυχίας. Εδώ, κύριοι, βρισκόμαστε για να παλέψουμε. Να δώσουμε ακόμα μία μάχη. Γιατί αυτό είναι το ορθό όταν σωρεύεται η αδικία. Και ειδικότερα όταν σωρεύεται πάνω μας. Ως αγωνιστές, ως επαναστάτες δεν έχουμε το δικαίωμα να παραμερίζουμε το έλασσον. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ποινές των δικαστηρίων δεν είναι ακριβώς και έλασσον ζήτημα στις ζωές μας. Σίγουρα πάντως δεν είναι εκείνες που μας καθορίζουν ως τέτοιους. Το «επαναστατικό εκατοστόμετρο» των ποινών δεν είναι για μας. Τουλάχιστον όχι για αυτούς τους δύο. Δίχως να είμαστε προσκολλημένοι σε αυτό, θα δώσουμε αυτή τη μάχη για την ελευθερία μας. Γιατί τα χρόνια, κύριοι, στη φυλακή δεν είναι αέρας που περνά και χάνεται. Θα έλεγα ότι προσιδιάζουν περισσότερο σε χαλίκι που φράσσει τα λούκια τις βρόχινες μέρες του χειμώνα.

Κλείνοντας, θα απευθυνθώ σε σας και ως πατέρας. Αν και επαναλαμβάνω κατηγορηματικά ότι οι σύντροφοι δεν έχουν ανάγκη να τους αντιμετωπίζουμε ως παιδιά. Και ούτε έχω την πρόθεση να το κάνω. Κανένας γονέας δεν φαντάζεται ποτέ ότι θα κληθεί μία μέρα να αντιμετωπίσει την βάσανο των φυλακών, των δικαστηρίων, της απουσίας των παιδιών του. Και σίγουρα αυτοί οι άνθρωποι είναι οι ήρωες της δικιάς μας ζωής ως φυλακισμένων. Ως φυλακισμένος εδώ και έξι σχεδόν χρόνια, αλλά και ως πατέρας δύο αγοριών που με έμαθαν και τους έμαθα από τα κυριακάτικα μεσημέρια στο επισκεπτήριο των φυλακών, δηλώνω ευθαρσώς ότι θα ήμουν περήφανος πατέρας του Δημήτρη και του Νίκου. Δύο σύντροφοι που μπήκαν στα δύσκολα πολύ νωρίς στη ζωή τους. Και με απύθμενη αξιοπρέπεια ανταπεξήλθαν στις κακουχίες που τους επιφύλασσε το σύστημα που υπηρετείτε. Χαίρομαι γιατί υπάρχουν τέτοιοι αγωνιστές που τιμούν με την παρουσία τους τον αγώνα που δίνουμε. Κανένας γονιός δεν πρέπει να βλέπει το παιδί του στη φυλακή, αλλά και κανένας που θέλει να λέγεται άνθρωπος δεν πρέπει να σιωπά μπροστά στη βαρβαρότητα του καπιταλισμού. Ειδικότερα στις εποχές που ζούμε η τυφλότητα δεν είναι προσόν. Είναι περισσότερο δείγμα εθελοδουλίας. Και εύχομαι σε όλους τους γονείς να φτιάχνουν τέτοια παιδιά με ανυπότακτο πνεύμα, με ανοιχτούς ορίζοντες και καθαρή ψυχή, όπως ετούτοι δω οι δύο. Εύχομαι σε όλους τους συντρόφους τα καλύτερα και καλή λευτεριά.